Φέτος συμμετείχατε σε πολλαπλά projects – τηλεοπτικά, κινηματογραφικά και θεατρικά. Πώς νιώθετε για αυτή τη δημιουργική χρονιά;
Θα έλεγα ότι τη βίωσα ακριβώς έτσι: ως μια βαθιά δημιουργική χρονιά. Με ενθουσιασμό αγκάλιασα όλες τις προτάσεις που μου έγιναν και τους ρόλους που ήρθαν στον δρόμο μου. Με κάποιους ένιωσα αμέσως μια οικειότητα, σαν να τους γνώριζα ήδη· με άλλους υπήρξε απόσταση, μια πρόκληση που έπρεπε να κατακτηθεί.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρόκειται για ρόλους, για ανθρώπους και αυτό είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο. Προσπαθώ να τους προσεγγίσω με κατανόηση, να τους «ακούσω», να τους επιτρέψω να υπάρξουν μέσα μου. Τους δέχτηκα όλους με χαρά και ευγνωμοσύνη.
Για μένα κάθε ρόλος είναι μια μορφή άσκησης, μια πρακτική πάνω στην τέχνη μου. Θέλω να με εξελίσσει, να μου ανοίγει νέους δρόμους σκέψης και έκφρασης. Και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν οι δουλειές μεταξύ τους διαφέρουν πολύ, όπως και οι άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά. Αυτή η ποικιλία είναι που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον και τη δημιουργικότητα.
Η «θεία Σταματίνα» από τη σειρά «Σέρρες» είναι ένας ρόλος που έγινε τουλάχιστον viral. Πώς βιώσατε την αγάπη του κοινού και την ξαφνική αναγνωρισιμότητα;
Ως προς τον κόσμο, το βίωσα με πολύ μεγάλη χαρά. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το ότι ένας τόσο «ξινός» και ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, όπως η θεία Σταματίνα, αγαπήθηκε τόσο πολύ. Ο κόσμος γέλασε, διασκέδασε, αλλά και συγκινήθηκε – ιδιαίτερα στον δεύτερο κύκλο, όπου αποκαλύφθηκε μια πιο βαθιά και άγνωστη μέχρι τότε πλευρά της.
Εγώ αυτή την πλευρά την γνώριζα ήδη και τη δούλευα από νωρίς μαζί με τον Γιώργο Καπουτζίδη, οπότε είχε για μένα ξεχωριστό ενδιαφέρον να τη δω να φτάνει και στο κοινό. Τα σχόλια που δέχτηκα ήταν πραγματικά απίστευτα: από εκδηλώσεις χαράς και γέλιου μέχρι βαθιά ευγνωμοσύνη για όσα πήραν οι θεατές τόσο από τη θεία Σταματίνα όσο και από τις «Σέρρες».
Πολλοί άνθρωποι, άγνωστοι σε εμένα, ένιωσαν την ανάγκη να μου μιλήσουν ανοιχτά και να μοιραστούν πόσο τους άγγιξε η διαφορετικότητα του χαρακτήρα. Αν έπρεπε να το περιγράψω με μια εικόνα, θα έλεγα ότι ήταν σαν ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια – ένας πραγματικά «ανθισμένος κήπος» από αγάπη.
Ταυτόχρονα, υπήρξε και μια αίσθηση αμηχανίας, γιατί όλο αυτό συνέβη πολύ απότομα, ειδικά με το «Ι.Κ.Τ.Ο.Λ.Α.». Μέσα σε περίπου δέκα ημέρες πήρε τεράστιες διαστάσεις, συζητήθηκε έντονα και έγινε viral, κυρίως μέσα από τα social media. Για μένα, που είμαι πιο εσωστρεφής άνθρωπος, αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Δεν το είχα επιδιώξει, ούτε το είχαμε προβλέψει, ούτε εγώ ούτε οι υπόλοιποι συντελεστές της σειράς.
Περιμέναμε ότι ίσως θα τραβήξουν την προσοχή άλλες σκηνές από τις «Σέρρες», -όπως ήταν οι ερωτικές σκηνές- όχι όμως το «Ι.Κ.Τ.Ο.Λ.Α.» και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό. Οπότε, στην αρχή το βίωσα σαν ένα μικρό πολιτισμικό σοκ. Ωστόσο, όπως συμβαίνει συνήθως, αυτή η ένταση καταλάγιασε σχετικά γρήγορα.
Αυτό που τελικά έμεινε είναι ένα πολύ φωτεινό και θετικό αποτύπωμα από όλη αυτή την εμπειρία και μια βαθιά ευγνωμοσύνη για την αγάπη του κόσμου.
Φέτος συμμετέχετε και στη σειρά «Τρομεροί γονείς». Τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον στον ρόλο σας;
Αυτό που με κέρδισε από την πρώτη στιγμή ήταν η έντονη αντίθεση με τη Σταματίνα. Ήταν ένας χαρακτήρας που κινούνταν σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση και αυτή η αλλαγή ήταν για μένα πολύ σημαντική.
Φυσικά, πάντα λαμβάνω υπόψη το σενάριο και τους συνεργάτες, αλλά εδώ η ανάγκη για μετατόπιση, για εξερεύνηση ενός άλλου κόσμου, ήταν καθοριστική. Και τελικά, επιβεβαιώθηκε: πρόκειται για έναν ρόλο με διαφορετική ενέργεια, ρυθμό και εσωτερική δομή.
Ένας ακόμα διαφορετικός ρόλος ήταν κι εκείνος στην κινηματογραφική ταινία «Ο έρωτας γράφεται…». Ποια ήταν η προσέγγιση σας στον ρόλο αυτό, κυρίως σε σχέση με το κυπριακό ιδίωμα που κληθήκατε να μάθετε;
Ήταν μια διαδικασία ιδιαίτερα απαιτητική και λεπτομερής. Το κυπριακό ιδίωμα έχει μια δική του μουσικότητα και ρυθμό, που δεν αποδίδεται εύκολα. Σίγουρα όχι μέσα από επιφανειακή μίμηση.
Σε αυτό με βοήθησε καθοριστικά ένας πολύ αγαπημένος μου φίλος, ο Πάνος Λουκαϊδης. Δουλέψαμε σχεδόν «μουσικά» τη γλώσσα, εστιάζοντας όχι μόνο στην προφορά αλλά και στην εσωτερική της κίνηση, στον χρωματισμό της.
Φυσικά υπήρξε και η καθοδήγηση του σκηνοθέτη, αλλά τη λεπτομέρεια αυτής της δουλειάς την οφείλω σε μεγάλο βαθμό στην πολύτιμη βοήθεια του Πάνου. Ήταν μια εμπειρία που με εξέλιξε πολύ ως ηθοποιό.
Τον περασμένο χειμώνα σας απολαύσαμε επίσης σε έναν απαιτητικό, δραματικό ρόλο στην παράσταση «Χαμένη Άνοιξη» στο θέατρο Πορεία. Τι σας πρόσφερε η συγκεκριμένη εμπειρία σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο;
Σε προσωπικό επίπεδο, η εμπειρία αυτή μου άνοιξε έναν κόσμο που μέχρι τότε δεν γνώριζα. Δεν είχα μελετήσει τα Ιουλιανά και δεν είχα σαφή εικόνα για το τι ακριβώς είχε συμβεί. Δυστυχώς, τουλάχιστον στα δικά μου σχολικά χρόνια, δεν είχαμε ασχοληθεί με αυτή την περίοδο, οπότε αποτελούσε για μένα ένα άγνωστο κομμάτι της ελληνικής ιστορίας.
Ακριβώς επειδή το έργο είναι ιστορικό, μπήκαμε όλοι σε μια διαδικασία έρευνας. Eγώ προσωπικά εμβάθυνα ιδιαίτερα. Χάρηκα που γνώρισα και κατανόησα πράγματα που αγνοούσα, όχι όμως για τα ίδια τα γεγονότα· γιατί αυτά ήταν σκληρά και οδυνηρά.
Αυτό που με τάραξε περισσότερο ήταν η σκέψη ότι, τελικά, δεν έχουν αλλάξει και τόσα πολλά. Από το 1965 μέχρι σήμερα, βλέπω εξέλιξη μόνο στην τεχνολογία, όχι όμως στον άνθρωπο, ούτε στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.
Μάλιστα, εκείνη την περίοδο που παιζόταν το έργο, συνέβαινε κάτι που με συγκλόνισε ακόμη περισσότερο: ο κύριος Πάνος Ρούτσι βρισκόταν σε απεργία πείνας, ενώ εμείς, στη σκηνή, αφηγούμασταν την ιστορία του Σωτήρη Πέτρουλα. Οι ομοιότητες ήταν ανατριχιαστικές, ένας νέος άνθρωπος που χάνει τη ζωή του και μια οικογένεια που δεν μπορεί καν να τον θάψει ή να τον αποχαιρετήσει όπως τoυ αξίζει.
Είχαμε συναντηθεί με τον κύριο Ρούτσι και είχαμε συζητήσει γι’ αυτά· ήταν πολύ ενημερωμένος και βαθιά συνειδητοποιημένος. Όλη αυτή η σύμπτωση με σόκαρε και με προβλημάτισε έντονα. Με έκανε να αναρωτηθώ πόσο πραγματικά προχωράμε ως κοινωνία.
Γιατί, τελικά, μπορεί η τεχνολογία να εξελίσσεται ραγδαία, αλλά ο άνθρωπος -σε επίπεδο συνείδησης και συμπεριφοράς- φαίνεται να μένει πίσω. Και αυτό, για μένα, είναι ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία του ανθρώπινου είδους.
Ήταν μια εμπειρία που με προβλημάτισε και με ωρίμασε.
Μαθαίνοντας και χρησιμοποιώντας τη Νοηματική Γλώσσα, συνεργαστήκατε για πρώτη φορά με την Θεατρική Ομάδα Κωφών «Τρελά Χρώματα» στην παράσταση “Δεσποινίς Μαργαρίτα”. Πώς ήταν η συνύπαρξη κωφών και ακουόντων ηθοποιών επί σκηνής;
Υπάρχει, στην πραγματικότητα, μια ολόκληρη ιστορία πίσω από αυτό που είδατε. Το 2009 ξεκίνησα να σπουδάζω την ελληνική νοηματική γλώσσα και απέκτησα την επάρκεια σπουδών. Στη συνέχεια προχώρησα και εντάχθηκα στο Τμήμα Διερμηνείας. Εκεί γνώρισα κάποιες κωφές κοπέλες, ανάμεσά τους την Όλγα και τη Μαρία.
Αυτή η γνωριμία εξελίχθηκε σε μια σχέση πολλών ετών και, σιγά-σιγά, δημιουργήσαμε αυτή την ομάδα. Ήδη από το 2011 είχαμε κάνει κάποιες παραστάσεις, πολύ λιτά, με περιορισμένα μέσα, αλλά με μεγάλη αγάπη. Την ίδια χρονιά έφυγα για τη Θεσσαλονίκη για δουλειά και σπουδές και τότε την ομάδα ανέλαβε η φίλη μου, η Έλλη Μερκούρη.
Επομένως, δεν πρόκειται για μια καινούργια συνεργασία. Ένας από τους βασικούς λόγους που είπα «ναι» ήταν ακριβώς αυτή η μακρόχρονη σχέση, η οικειότητα που έχω με τη γλώσσα, αλλά και η βαθιά σύνδεση με αυτά τα κορίτσια.
Στο παρελθόν, ο ρόλος μου ήταν πιο κοντά σε αυτόν που έχει σήμερα η Έλλη Μερκούρη, κάτι σαν συντονίστρια ή σκηνοθέτις της ομάδας. Αυτή τη φορά, όμως, βρέθηκα στη σκηνή ως ηθοποιός, σε μια εντελώς διαφορετική συνθήκη.
Και ναι, ήταν δύσκολο. Δεν είχα ξανασυμμετάσχει σε δίγλωσση παράσταση. Πρόκειται για μια παράσταση που λειτουργεί ταυτόχρονα σε δύο γλώσσες και απαιτεί εξαιρετική συγκέντρωση, ειδικά όταν συνυπάρχουν ακούοντες και κωφοί ηθοποιοί. Η ακοή -ή η απουσία της- δημιουργεί μια άμεση διαφοροποίηση, που απαιτεί συνεχή εγρήγορση και απόλυτο συντονισμό μεταξύ όλων.
Ωστόσο, οφείλω να πω ότι οι κωφές συναδέλφισσές μου με εντυπωσίασαν βαθιά. Έχουν μια οξύτητα και μια ετοιμότητα που ξεπερνά τη δική μου. Τις θεωρώ πραγματικά μεγάλες δασκάλες. Δουλεύοντας μαζί τους, ένιωσα ότι δεν υπάρχει πια χώρος για το «δεν άκουσα» ή «έχασα τον ρυθμό».
Η παρατηρητικότητά τους είναι συγκλονιστική! Χρησιμοποιούν την περιφερειακή τους όραση με τρόπο που τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται κάθε μικρή αλλαγή, κάθε παύση, κάθε κίνηση. Και αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να συντονίζονται απόλυτα, και να παίρνουν το λόγο, όταν το απαιτεί το κείμενο, είτε μιλώντας είτε εκφραζόμενες μέσα από τη νοηματική.
Είναι μια εμπειρία πραγματικά μοναδική. Από τη μία σε φέρνει αντιμέτωπο με τα όριά σου· από την άλλη, σε εξελίσσει βαθιά. Μπορεί να σε κάνει να νιώσεις «φτωχός» μπροστά σε αυτή την ικανότητα, αλλά ταυτόχρονα σε κάνει και πολύ πιο «πλούσιο».
Φεύγοντας από αυτή τη διαδικασία, νιώθω ότι έχω αποκομίσει κάτι ουσιαστικό. Σαν να έχω παρακολουθήσει ένα πολύ σημαντικό «σεμινάριο» κι όχι μόνο για την τέχνη, αλλά και για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την επικοινωνία και την παρουσία.
Το καλοκαίρι θα σας δούμε στην επιθεώρηση «Εγώ θα σας τα πω!». Τι θα θέλατε να προσφέρετε στο κοινό μέσα από τον ρόλο σας και τη συνολική ενέργεια της παράστασης;
Βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή, καθώς δεν έχουμε ξεκινήσει τις πρόβες, οπότε ίσως θα μπορούσα να σας απαντήσω πιο ολοκληρωμένα σε λίγες εβδομάδες. Παρ’ όλα αυτά, έχοντας ήδη το κείμενο μπροστά μου, μπορώ να πω κάποια πρώτα πράγματα.
Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα επιθεώρηση. Γενικά η επιθεώρηση είναι ένα είδος που προσωπικά το βρίσκω αρκετά απαιτητικό – ίσως από τα πιο δύσκολα, γιατί μπορεί εύκολα να ξεπεράσει τα όρια και να περάσει σε υπερβολές. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, μιλάμε για ένα κείμενο με αισθητική και μέτρο. Θα το χαρακτήριζα μια καλλιτεχνική επιθεώρηση.
Μου θυμίζει, σε έναν βαθμό, τις παλαιότερες επιθεωρήσεις της δεκαετίας του 1920 και του 1930, που είχαμε διδαχθεί και στις δραματικές σχολές. Έργα που είχαν σαφή άποψη, σχολίαζαν την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, αλλά ταυτόχρονα διατηρούσαν έναν σεβασμό και μια ποιότητα.
Το συγκεκριμένο κείμενο έχει χιούμορ, αλλά δεν βασίζεται σε ευκολίες ή σε βωμολοχίες για να λειτουργήσει. Και αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό.
Απαντώντας στην ερώτησή σας, θα έλεγα πως ο βασικός μου στόχος -και νομίζω και της παράστασης συνολικά- είναι να προσφέρει γέλιο. Ένα γέλιο γνήσιο, ουσιαστικό, απελευθερωτικό. Ζούμε σε επικίνδυνες εποχές και δεν μπορώ να ξέρω τι θα έχει γίνει μέχρι το καλοκαίρι, αλλά γι’ αυτό και μόνο θα ήθελα να προσφέρουμε αυτό. Πιστεύω ότι ο κόσμος το έχει μεγάλη ανάγκη, ίσως περισσότερο από ποτέ.
Θα ήθελα ο θεατής να φύγει από την παράσταση πιο ανάλαφρος, να νιώσει ότι «αναπνέει» μέσα από το γέλιο. Και, γιατί όχι, μέσα από αυτό το χιούμορ να γεννηθεί και ένας μικρός προβληματισμός, να αναρωτηθεί «τι γίνεται γύρω μας;», «προς τα πού πηγαίνουμε;».
Μπορείτε να αναπολήσετε κάποια στιγμή, ένα highlight ας πούμε, που σας έμεινε αξέχαστο από αυτή την τόσο «γεμάτη» καλλιτεχνικά χρονιά;
Αν ξεχωρίσω μια στιγμή, θα σας πω κάτι πολύ απλό αλλά πολύ ουσιαστικό και βαθιά ανθρώπινο για μένα. Κάποια μέρα, στο φανάρι, με σταμάτησε ένας άνθρωπος πάνω σε μηχανή. Φορούσε κράνος, γύρισε και μου είπε: «Μην μου πεις… είσαι η Σταματίνα;». Του απάντησα «ναι» και τότε μου είπε: «Περνάμε πολύ δύσκολα με τη γυναίκα μου και βλέπουμε πολύ συχνά τις “Σέρρες”. Ήθελα να σου πω ένα ευχαριστώ».
Για μένα αυτή η στιγμή είναι πραγματικό highlight. Ήταν κάτι τελείως απρόσμενο – μέσα από ένα κράνος, σε ένα φανάρι, ένας άγνωστος άνθρωπος μου έκανε ένα τόσο προσωπικό και ουσιαστικό «δώρο». Αυτό το απρόσμενο «ευχαριστώ» ήταν για μένα πολύτιμο.
Εκεί συνειδητοποιείς ότι, κάπως, η δουλειά σου βρίσκει τον δρόμο της. Ότι φτάνει στους ανθρώπους και τους αγγίζει με έναν τρόπο που ίσως δεν μπορείς να προβλέψεις ή να ελέγξεις.
Και όταν συμβαίνει αυτό -γιατί δεν συμβαίνει πάντα- είναι μια πολύ βαθιά μορφή ανταμοιβής. Είναι από τις στιγμές που νιώθω ότι πραγματικά «πληρώνομαι» για αυτό που κάνω.
Έχετε σπουδάσει Θεατρολογία και έχετε διδάξει και σκηνοθετήσει εφήβους. Πόσο επηρεάζει αυτό τον τρόπο που προσεγγίζετε τους φετινούς ρόλους σας;
Η διδασκαλία λειτουργεί σαν καθρέφτης. Από τη μία βρίσκομαι μέσα στη διαδικασία ως ηθοποιός, από την άλλη καλούμαι να την παρατηρήσω και να την εξηγήσω.
Αυτό δημιουργεί έναν συνεχή διάλογο μέσα μου. Ενισχύει τη συνειδητότητα, αλλά και την αμφισβήτηση. Συχνά αναθεωρώ πράγματα που πίστευα δεδομένα.
Υπάρχει μια διαρκής ανταλλαγή ανάμεσα στο «παίζω» και στο «διδάσκω» — και αυτή η σχέση είναι εξαιρετικά δημιουργική.
Υπάρχουν επόμενα επαγγελματικά σχέδια;
Αυτή την περίοδο βρίσκομαι σε συζητήσεις για ένα τηλεοπτικό project, και είμαστε πολύ κοντά σε συμφωνία. Παράλληλα, τον χειμώνα θα συμμετέχω σε μια νέα παραγωγή στα Αθηναϊκά Θέατρα, σε ένα καταπληκτικό έργο του Ερνέστο Καβαγιέρο.
Το καλοκαίρι θα είμαστε σε περιοδεία, οπότε πρόκειται για μια περίοδο με έντονη δραστηριότητα και όμορφες προοπτικές.
Ποιο είναι το μότο σας στη ζωή;
Συνέντευξη: Θοδωρής Κολλιόπουλος




