: Χρηστός Συμεωνίδης ( @christosymeonides )
Ο Γιώργος Σαββίδης ανήκει στη γενιά των ηθοποιών που δεν περιορίζονται σε έναν μόνο δρόμο· αντιθέτως, διασχίζουν με άνεση διαφορετικά θεατρικά και κινηματογραφικά τοπία, χτίζοντας μια πορεία που συνδυάζει συνέπεια, ερευνητική διάθεση και βαθιά αγάπη για την υποκριτική τέχνη. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, με σπουδές τόσο στη Φυσική του Α.Π.Θ. όσο και στο Θέατρο Τέχνης, έχει καταφέρει να διαμορφώσει ένα πολυσχιδές προφίλ εκπαιδευτικού και ηθοποιού. Η διαδρομή του -από τα πρώτα του βήματα στη δραματική σχολή μέχρι τις πρόσφατες συνεργασίες του με κορυφαίους σκηνοθέτες της ελληνικής σκηνής- μαρτυρά έναν δημιουργό που εξελίσσεται αδιάκοπα.
Στο θέατρο, ο Σαββίδης έχει σταθεί δίπλα σε ορισμένα από τα πιο σημαντικά ονόματα της ελληνικής σκηνοθεσίας, καταθέτοντας ερμηνείες που χαρακτηρίζονται από ευαισθησία, ακρίβεια και αφοσίωση. Παράλληλα, η πορεία του στον κινηματογράφο και την τηλεόραση -με συμμετοχές σε ταινίες όπως η Επαφή και το Unlonely, καθώς και σε σειρές όπως Η ζωή εν τάφω, Παραλία και Σέρρες- αποδεικνύει ότι η κάμερα αποτελεί για εκείνον έναν εξίσου συναρπαστικό χώρο έκφρασης. Η σχέση του με την εικόνα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, στηρίζεται στην αναζήτηση μιας αλήθειας που δεν χωρά συμβάσεις.
Την τρέχουσα σεζόν, ο Γιώργος Σαββίδης μοιράζει τον χρόνο και την ενέργειά του ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς θεατρικούς κόσμους: το “Linda” της Penelope Skinner, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη με την Ομάδα Νάμα, και το «Συνέδριο για το Ιράν» του Ivan Vyrypaev στη σκηνή του ΠΛΥΦΑ. Δύο έργα που απαιτούν διαφορετικές ποιότητες, διαφορετικές εντάσεις και τελείως ξεχωριστή προσέγγιση, αλλά που τον γεμίζουν με ευγνωμοσύνη -όπως λέει ο ίδιος- για το προνόμιο να υπηρετεί μια τέχνη τόσο απαιτητική όσο και απελευθερωτική.
Με αφορμή αυτές τις δύο σημαντικές παρουσίες του στο θεατρικό τοπίο, ο Γιώργος Σαββίδης απάντησε στις ερωτήσεις μας που ακουμπούν την ουσία της δουλειάς του: τις δυσκολίες και τις χαρές της καθημερινότητας ενός ηθοποιού, τις συνεργασίες που χαράζουν πορεία, τους ρόλους που διαμορφώνουν ταυτότητα και, τελικά, την αλήθεια που αναζητεί κανείς επί σκηνής και μπροστά από τον φακό. Μια συζήτηση με έναν ηθοποιό που συνεχίζει να εξερευνά, να αμφισβητεί και να ορίζεται από την αγάπη του για την τέχνη.
Φέτος επιστρέφεις στο “Linda” της Penelope Skinner με την Ομάδα Νάμα και σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη. Τι σε συναρπάζει περισσότερο στο περιβάλλον του “Linda”; Η ιστορία, οι χαρακτήρες ή ο τρόπος που η παράσταση επικοινωνεί με το κοινό;
Το “Linda” είναι μια πολύ ωραία σύγχρονη ιστορία για τη θέση της γυναίκας στο σήμερα. Το συναρπαστικό είναι ότι τέτοιες ιστορίες, που έχουν στο επίκεντρο μια γυναίκα, αυξάνονται και πληθύνονται τα τελευταία χρόνια κι αυτό είναι πολύ ευχάριστο καθώς στη σύγχρονη δραματουργία έμοιαζε να μην έχει δοθεί η πρέπουσα προσοχή σε τέτοιες ηρωίδες. Νομίζω πως το έργο αποτυπώνει πολύ εύστοχα τις αντιξοότητες μια γυναίκας άνω των 50 ετών στην προσπάθειά της να ανταποκριθεί στο πλήθος των κοινωνικών ρόλων που καλείται να υποστηρίξει στο zeitgeist του δυτικού, καπιταλιστικού κόσμου στον οποίο ζούμε. Επομένως, οι χαρακτήρες του έργου και ο τρόπος που αναπτύσσονται στην παράσταση κάνουν το κοινό να εμπλέκεται άμεσα, είτε είναι γυναίκες είτε άντρες. Άλλωστε, είναι μια ιστορία που όσο γυναικεία υπόθεση κι αν μοιάζει να είναι, μιλάει στην καρδιά και των δύο φύλλων.
Παράλληλα συμμετέχεις στο «Συνέδριο για το Ιράν» του IvanVyrypaev, που επανέρχεται στο θέατρο ΠΛΥΦΑ σε σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη. Τι σε γοητεύει στο σύμπαν του Vyrypaev και πώς προσεγγίζεις ένα κείμενο τόσο ιδιαίτερης δραματουργίας;
Το συναρπαστικό στο εν λόγω έργο είναι σίγουρα ότι με την πρώτη ανάγνωση θα σκεφτόταν κάποιος πως θα πρέπει να είναι πολύ βαρετό να το δει κανείς σε μορφή παράστασης, μιας και στην ουσία είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος, ένα συνέδριο. Είναι πραγματικά τεράστια έκπληξη το πόσο ενδιαφέρον έχει το συγκεκριμένο format και το πόσο ζωντανό κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού που το παρακολουθεί. Μέσα στο συνέδριο ακούγονται οι οπτικές 9 διαφορετικών ομιλητών πάνω στο Ιρανικό ζήτημα, οι οποίες είναι τόσο διαφορετικές ως προς τον τρόπο προσέγγισής τους, με αποτέλεσμα ο θεατής να μπαίνει συνεχώς στη διαδικασία να διερωτάται τι πιστεύει ο ίδιος, με ποια άποψη συντάσσεται και ποια όχι και να αναζητάει μια κάποια λύση απέναντι σε όλα αυτά που ταλανίζουν τον εν λόγω λαό, τα οποία όμως αποτελούν πρωτίστως και κυρίως ερωτήματα για το πως θα πρέπει να συμπεριφερθούμε εμείς εδώ στο δυτικό κόσμο. Όσον αφορά στην προσέγγιση ενός τέτοιου κειμένου, η απάντησή μου είναι η εντατική και καθημερινή μελέτη πάνω στις θέσεις του ήρωα που υποδύομαι, γεγονός που με έχει οδηγήσει στην παρακολούθηση διαδικτυακών διαλέξεων και podcasts διακεκριμένων επιστημόνων και μελετητών πάνω στο ζήτημα της ύπαρξης «ελεύθερης βούλησης». Πάρα πολύ ενδιαφέρον.
Τι πιστεύεις ότι θα πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από καθεμία από αυτές τις παραστάσεις;
Σίγουρα και στις δύο παραστάσεις ο θεατής θα δει τον εαυτό του. Το κέρδος είναι ότι ο καθένας θα αισθανθεί την παρηγοριά ότι δεν είναι μόνος του εκεί έξω. Τις σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας τα μοιράζονται και τα ενστερνίζονται κι άλλοι, επομένως αυτή η ταύτιση είναι χρυσάφι. Αυτός είναι άλλωστε και ο στόχος του θεάτρου, να απαλύνει αυτή τη μοναξιά.
Πώς είναι η καθημερινότητα ενός ηθοποιού που παίζει ταυτόχρονα σε δύο τόσο διαφορετικές παραστάσεις; Τι απαιτήσεις και τι ευχαρίστηση κρύβει αυτή η «διπλή ζωή»;
Η καθημερινότητα αυτή, σίγουρα, έχει πολύ τρέξιμο και ίσως όταν οι παραστάσεις είναι διαφορετικές να χρειάζεται χρόνος για να μπεις στο εκάστοτε διαφορετικό σύμπαν. Ωστόσο, το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η ευγνωμοσύνη για την τεράστια τύχη να είσαι σε δύο παραστάσεις κι ας πρέπει να τρέχεις συνεχώς. Είναι πάρα πολύ δύσκολο το να κάνεις αυτή τη δουλειά, λόγω της τεράστιας αστάθειας και επισφάλειάς της. Ωστόσο, είναι μια δουλειά που όταν την έχεις είναι η πιο ωραία δουλειά του κόσμου.
Τι σε σημάδεψε περισσότερο από τη φοίτησή σου στο Θέατρο Τέχνης; Υπήρξαν στιγμές που αισθάνθηκες ότι «ανακαλύπτεσαι» εκ νέου ως καλλιτέχνης;
Για να είμαι ειλικρινής, όλο αυτό το «καλλιτέχνης» πάντα μου ακουγόταν πολύ βαρύ και πομπώδες, επομένως ποτέ δεν αισθάνθηκα κάτι σαν «ανακάλυψη» στα φοιτητικά μου χρόνια στη δραματική σχολή. Αυτό που κράτησα πάντως, για να μην πω «σημάδεψε», μιας κι αυτό στα αυτιά μου έχει επίσης κάτι βαρύ και πομπώδες, είναι οι υπέροχοι συμφοιτητές μου, τους οποίους θαυμάζω και λατρεύω. Τους χρωστάω πάρα πολλά και χαίρομαι κάθε φορά που τους συναντώ είτε επί σκηνής είτε οπουδήποτε αλλού.
Έχεις συνεργαστεί με ένα εντυπωσιακό εύρος σκηνοθετών, από τον Γιάννη Χουβαρδά μέχρι τον Νίκο Καραθάνο και τον Γιώργο Καπουτζίδη. Ποια από αυτές τις συναντήσεις λειτούργησε καθοριστικά για εσένα;
Σίγουρα η συνεργασία με τον κ. Χουβαρδά ήταν μια μοναδική στιγμή, καθώς ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης αποτελεί κεφάλαιο για το ελληνικό θέατρο. Δεν ξέρω πως θα ήταν τα πράγματα αν δεν υπήρχε η συμβολή του με το θέατρο «Αμόρε» και μετέπειτα με την παρουσία του στο τιμόνι του Εθνικού Θεάτρου. Είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω και εκτιμώ πάρα πολύ καλλιτεχνικά. Τώρα όσον αφορά στον Γιώργο, μιλάμε πλέον για οικογενειακή υπόθεση. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, οπότε θα πω ότι το «Όποιος θέλει να χωρίσει… να σηκώσει το χέρι του» δημιούργησε έναν πολύ ισχυρό δεσμό μεταξύ ημών των ηθοποιών και του Γιώργου, ο οποίος δε θα πάψει ποτέ να υφίσταται. Η λέξη «καθοριστικό» είναι λίγη για να περιγράψει το δεσμό αυτό. Αν έκανα ποτέ την αυτοβιογραφία μου, η συγκεκριμένη καλλιτεχνική συνάντηση και ό,τι την ακολούθησε, θα ήταν κεφάλαιο ολόκληρο.
Αν κοιτάξεις πίσω στους μέχρι τώρα ρόλους σου, ποιος είναι εκείνος που θα έλεγες ότι σε «αναδιαμόρφωσε» ως ηθοποιό;
Κατ’αρχάς, ας πω το κλισέ, ότι τους λατρεύω όλους. Όλοι κάτι έδωσαν σε αυτή την «αναδιαμόρφωση». Αν πρέπει να διαλέξω κάποιον, θα έλεγα τον τελευταίο, τον Γκούσταβ Γιένσεν στο «Συνέδριο για το Ιράν». Ίσως, επειδή είναι ο ρόλος που με ώθησε να μελετήσω πράγματα τελείως έξω από τη σφαίρα δραστηριοτήτων μου. Τουλάχιστον έως σήμερα.
Με παρουσίες στις ταινίες «Επαφή», «Ποιος, ποιος θα φαγωθεί» και πιο πρόσφατα στο «Unlonely», τι είναι αυτό που σε ελκύει ιδιαίτερα στη γλώσσα και τη δυναμική της κινηματογραφικής κάμερας;
Στην κάμερα πρέπει όλα να είναι ανελέητα αληθινά. Το παραμικρό κάμωμα έχει διαλύσει τα πάντα. Η πρόκληση να είσαι εντελώς αληθινός στο φακό είναι κάτι φοβερά συναρπαστικό. Επίσης, ό,τι καταγράφεται σε μια ταινία ή μια σειρά έχει κάτι το παντοτινό κι αυτό είναι υπέροχο.
Ποια είναι, για εσένα, η κομβική διαφορά ανάμεσα στο παίξιμο μπροστά στο φακό και στο ζωντανό κοινό;
Όπως είπα και παραπάνω, δεν χωράνε καμώματα μπροστά στο φακό. Δεν μπορείς να «παριστάνεις», πρέπει απλώς να «είσαι». Ακούγεται τελείως ψευτοκουλτουριάρικο αυτό, αλλά αδυνατώ να το διατυπώσω καλύτερα. Το ίδιο θα πρέπει να εφαρμόζεται και στο θέατρο φυσικά, αλλά εκεί αλλάζουν πολλά ανάλογα με το χώρο στον οποίο πραγματοποιείται μια παράσταση. Εγώ, τουλάχιστον, εντοπίζω διαφορές στην ενέργεια που καταβάλλεται όταν παίζει κανείς σε μια ιταλική σκηνή χωρητικότητας 400 θέσεων και σε μια σκηνή “black box” 80-100 θέσεων. Όσον αφορά στο κοινό, σίγουρα υπάρχει μια άτυπη διάδραση με αυτό, η οποία μοιραία επηρεάζει το τι συμβαίνει επί σκηνής και δεν απαντάται στο σινεμά ή την τηλεόραση.
Στην τηλεόραση σε είδαμε σε σειρές όπως «Η ζωή εν τάφω», «Παραλία», «Σέρρες» κ.α. Υπάρχει κάποια στιγμή από τα γυρίσματα που σου έμεινε ως πραγματική αποκάλυψη;
Δε μου αρέσει καθόλου η λέξη «αποκάλυψη», οπότε θα πω ότι η σημαντικότερη στιγμή ήταν η συμμετοχή μου στην «Παραλία» που σκηνοθέτησε ο Στέφανος Μπλάτσος. Άλλο ένα κεφάλαιο στην εν δυνάμει αυτοβιογραφία μου. Βαθιά ευγνώμων για αυτό το project.
Υπάρχουν κάποια από τα επόμενα, επαγγελματικά σου σχέδια που μπορείς να μοιραστείς μαζί μας;
Προς ώρας όχι, αλλά θα σας ενημερώσω με την πρώτη ευκαιρία. Δε σας ντρέπομαι.
Ποιο είναι το μότο σου στη ζωή;
Συνέντευξη: Θοδωρής Κολλιόπουλος



