Η Ειρήνη Βαλατσού ανήκει σε εκείνη τη γενιά νέων ηθοποιών που καταφέρνουν να ξεχωρίζουν χωρίς θόρυβο, μόνο με το ταλέντο, τη συνέπεια και την αφοσίωσή τους στη δουλειά. Απόφοιτη της Δραματικής Σχολής Αθηνών «Γιώργος Θεοδοσιάδης», έχει ήδη προλάβει να αφήσει το αποτύπωμά της τόσο στο θέατρο όσο και στην τηλεόραση, συμμετέχοντας σε σειρές όπως η «Εθνική Ελλάδος», ο «Παράδεισος των Κυριών» και οι πολυσυζητημένες «Σέρρες» του Netflix, ενώ θεατρικά έχει βρεθεί σε αρκετές απαιτητικές παραγωγές, από το «Τρίτο Στεφάνι» μέχρι τη φετινή «Αλεξάνδρεια».
Με μια ιδιαίτερη ευαισθησία που κουβαλά από τα παιδικά της χρόνια, η Ειρήνη προσεγγίζει την υποκριτική ως τρόπο να ανακαλύπτει όχι μόνο νέους ρόλους, αλλά και νέες εκδοχές του ίδιου της του εαυτού. Παθιασμένη με την τέχνη και βαθιά δοσμένη σε κάθε δουλειά που αναλαμβάνει, μιλά με ενθουσιασμό για τα projects της, αλλά και με ωριμότητα για τις προκλήσεις, τις αναζητήσεις και την ανάγκη της να εξελίσσεται συνεχώς.
Με αφορμή τη συμμετοχή της στην παράσταση «Αλεξάνδρεια», αλλά και την ιδιαίτερα έντονη και αγαπημένη παρουσία της στις τηλεοπτικές σειρές «Σέρρες» και “Το Σπίτι Δίπλα Στο Ποτάμι”, συναντήσαμε την Ειρήνη Βαλατσού για μια συζήτηση γεμάτη ειλικρίνεια, συναίσθημα και σκέψεις για την τέχνη, την πορεία της και όλα όσα ονειρεύεται για το μέλλον.
Ειρήνη, πώς ξεκίνησε το ταξίδι σου στην υποκριτική; Πότε κατάλαβες ότι αυτός είναι ο δρόμος σου;
Όταν ήμουν μικρή, σαν παιδί, συχνά είχα την ανάγκη να ξεφεύγω από την πραγματικότητα. Οπότε έβρισκα καταφύγιο σε ιστορίες είτε από βιβλία, ταινίες, ή σειρές… Διάβαζα ένα βιβλίο και το σκεφτόμουν μετά για μέρες. Η σκέψη μου αφοσιωνόταν εκεί και αποκοβόταν από οτιδήποτε άλλο. Παράλληλα ήμουν ένα παιδί που έκανε συνεχώς σκέψεις για το μέλλον. Σκεφτόμουν ότι ήθελα τόσο να ανακαλύψω την ζωή αλλά ότι μπορεί να μην μου φτάσει μόνο η ζωή που θα ζήσω ως Ειρήνη. Ευχόμουν να μπορούσα να την γνωρίσω και από άλλα μάτια. Ακόμα και το βράδυ τα καλοκαίρια που τα αστέρια και το φεγγάρι φαίνονται πάντα πιο καθαρά ,τα χάζευα και σκεφτόμουν αν η ζωή θα σήμαινε κάτι διαφορετικό για μένα αν την έβλεπα από την πλευρά των αστεριών ή ήμουν η ίδια κάποιο αστέρι εκεί πάνω. Αναρωτιόμουν πώς θα ένιωθα, τι καινούριο θα έβλεπα ή θα μάθαινα. Μπορεί να ακούγεται πολύ ρομαντικό ή μελό αλλά στην πραγματικότητα ήμουν απλά ένα παιδί που αναρωτιόταν και ήθελε απαντήσεις. Οπότε έτσι οδηγήθηκα στην υποκριτική γιατί αυτός φαινόταν ο ιδανικός τρόπος να το εξερευνήσω. Αργότερα ,μπαίνοντας στην δραματική και στο επάγγελμα οι λόγοι αυτοί εμπλουτίστηκαν με νέες ανησυχίες και επιθυμίες μου αλλά νομίζω ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος.
Τι θυμάσαι πιο έντονα από τα χρόνια στη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδοσιάδη;
Αυτά τα χρόνια με άλλαξαν πάρα πολύ γιατί ήρθα ξαφνικά σε επαφή με όλο αυτό το υλικό των ρόλων. Επίσης μου έδωσε την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με πολλές διαφορετικές πτυχές μου και να τις μοιραστώ πάνω στην σκηνή . Δεν ξαναείδα ποτέ τον εαυτό μου όπως ήμουν πριν τη δραματική. Τη θυμάμαι σαν μια περίοδο τεράστιας αλλαγής.
Ποια ήταν η πρώτη σου εμπειρία πάνω στη σκηνή ή μπροστά στην κάμερα;
Σε κάμερα ήταν στην «Εθνική Ελλάδος».
Ακούγεται σαν ένα όμορφο, δυνατό αλλά και safe περιβάλλον για να κάνεις μια αρχή δίπλα σ’ έναν τόσο ταλαντούχο άνθρωπο όπως ο Γιώργος Καπουτζίδης που τυχαίνει να είναι και θείος σου.
Ήταν safe όχι μόνο εξαιτίας του Γιώργου αλλά γιατί οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργαζόμουν ήταν όλοι εξαιρετικοί και προστατευτικοί. Πραγματικά ένας κι ένας. Απλώς, καλώς ή κακώς, η διαδικασία του γυρίσματος τεχνικά είναι πιο σύνθετη απ’ το να βγεις σε μια σκηνή. Υπάρχουν τεχνικά πράγματα που πρέπει να συντονίσεις εκείνη την ώρα στην υποκριτική σου. Οι κάμερες, τα μικρόφωνα, η κίνηση. Δηλαδή, ένα απλό πέρασμα στο δωμάτιο, πρέπει να το κάνεις πολύ συγκεκριμένα, γιατί εκείνη τη στιγμή εξυπηρετείς τις κάμερες, τον ήχο, το timing, το ρακόρ, πρέπει να είναι όλα ίδια. Οπότε δεν ήταν τόσο εύκολο τεχνικά αλλά παρόλα αυτά προσαρμόστηκα σύντομα. Βοήθησε και ότι το περιβάλλον του γυρίσματος ήταν τόσο προστατευτικό. Έμαθα πάρα πολλά. Γενικά, θεωρώ τον εαυτό μου ανθεκτικό, επίμονο και σκληραγωγημένο ,οπότε σε τέτοιες περιπτώσεις που χρειάζεται να δουλέψω παραπάνω για να ανταπεξέλθω τα καταφέρνω πάντα στο τέλος.
Στην τωρινή σου παράσταση, «Αλεξάνδρεια», τι σε συγκίνησε στο έργο και στον ρόλο σου;
Λοιπόν, όλη η παράσταση, τα χρόνια της Αλεξάνδρειας, είναι μια ανάμνηση της πρωταγωνίστριας της Άννας Μάσχα. Εγώ κάνω την αδερφή της Άννας σε νεαρή ηλικία, γεγονός που με καθιστά κι εμένα μέρος αυτής της ανάμνησης. Είμαι η αδερφή της Άννας, που κατά κάποιο τρόπο τη βλέπω σαν τη θεά μου. Μαζί με τη Δανάη Πολίτη, που είναι η δεύτερη αδερφή, είμαστε η ευχάριστη νότα της ανάμνησής της. Είμαστε από φτωχή καταγωγή, κάνοντας όνειρα για τη μεγάλη ζωή, τα σόου, τα ωραία φορέματα και όλα αυτά. Αυτό που με συγκινεί, είναι πως όταν πολλές φορές έχεις μια ανάμνηση στην οποία θέλεις να ξαναγυρίσεις, με έναν τρόπο… κάποια πρόσωπα και κάποιες καταστάσεις μπορεί να μην
ήταν έτσι όταν τα ζούσες τότε, αλλά τα εξωραΐζεις με τον καιρό, ίσως από ανάγκη . Μ’ αρέσει που εκπροσωπώ αυτό το όμορφό κομμάτι της ανάμνησης της.
Πώς είναι να συνεργάζεσαι με τον Φωκά Ευαγγελινό και τη Ζέτη Φίτσιου σε μια τόσο απαιτητική παραγωγή;
Είναι ευτυχία να συνεργάζομαι με το Φωκά. Έχουμε συνεργαστεί κι άλλες φορές είτε σε σκηνοθεσίες του, είτε όταν είχε έρθει σε άλλες παραστάσεις να επιμεληθεί την κίνηση και σίγουρα είναι πολύ μεγάλη χαρά για εμένα. Με το που με πήρε τηλέφωνο, δεν τον ρώτησα
τίποτα. Μου τα είπε όλα μόνος του. Τον άφησα να μιλήσει και όταν τελείωσε του είπα απλά «ναι». Είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος και κοιτάει πάντα να έχει στο θίασό του ανθρώπους οι οποίοι είναι, πέρα από πολύ καλοί ηθοποιοί και καλοί άνθρωποι, κάτι που δεν είναι πάντα αυτονόητο. Έχει αυτό το φοβερό συνδυασμό. Είναι εξαιρετικός επαγγελματίας και πολύ καλός άνθρωπος.
Τη Ζέτη δεν την γνώριζα. Χαίρομαι πάρα πολύ που δουλεύουμε πρώτη φορά μαζί. Είναι πολύ ωραίο ότι έχει γράψει ένα νέο, ελληνικό έργο. Μακάρι να συνεχίσουν να ανεβαίνουν περισσότερα νέα, ελληνικά και σύγχρονα έργα, διότι νιώθω ότι μας έρχονται με το σταγονόμετρο. Δεν ξέρω τι φταίει, αν δεν υπάρχουν οι προτάσεις ή αν απλά δεν προχωράει αυτό. Αλλά είναι πολύ ωραίο, καθώς έχουμε πολλά να πούμε. Συμβαίνουν πολλά αυτόν τον καιρό όπως και πιο παλιά.
Η σειρά «Σέρρες» άγγιξε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα. Πώς ήταν για σένα αυτή η εμπειρία;
Αρχικά να σου πω πως χαίρομαι πάρα πολύ να μιλάω για τις «ΣΕΡΡΕΣ». Δηλαδή και σε δέκα χρόνια από τώρα να με ρωτάνε για αυτή τη σειρά, όπως συμβαίνει ακόμα με την «Εθνική Ελλάδος», θα χαίρομαι πολύ να μιλάω για αυτή τη δουλειά, ίσως για πάντα. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Η δεύτερη σεζόν ήταν λυτρωτική επειδή μπορέσαμε κάπως να την χαρούμε, με την άφιξη του Γιώργου Ζυγούρη. Μετά την απώλεια του Πάνου (Νάτση) ήταν κάτι πολύ δύσκολο που έπρεπε να περάσουμε όλοι που τον είχαμε γνωρίσει, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο.
Ήμουν πολύ χαρούμενη κάθε φορά που έπρεπε να πάω στο γύρισμα, παρά την κούραση που ένιωθα -είχα παράλληλα γυρίσματα για «Το Σπίτι Δίπλα στο Ποτάμι»- γιατί ήξερα πρώτον ότι θα δω ανθρώπους που εκτιμώ και θαυμάζω και δεύτερον γιατί πίστευα πάρα πολύ σε αυτό που κάναμε, σε αυτό που γυρίζαμε. Είχα την ανυπομονησία να το δει ο κόσμος και να δω τις αντιδράσεις του.
Πιστεύεις πως οι «Σέρρες» άνοιξαν νέους δρόμους στην ελληνική τηλεόραση;
Ναι, το πιστεύω! Κατάλαβα από τα μηνύματα του κόσμου πόσο μεγάλη ήταν η ανάγκη του κοινού να ειπωθούν κάποια πράγματα. Από τη μία χαίρομαι που άγγιξε τόσους πολλούς ανθρώπους, από την άλλη με κάνει να δυσανασχετώ όταν σκέφτομαι ότι έχουμε ακόμα αρκετό δρόμο μπροστά μας συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Σε σχέση με κάποια άλλα όχι, αλλά θέλω να έρθει η στιγμή που οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τη σεξουαλικότητά τους, θα μπορούν να αγκαλιάζονται, να φιλιούνται στον δρόμο και να ζούνε τις ζωές τους χωρίς εμπόδια. Οι «ΣΕΡΡΕΣ» νομίζω πως συνέβαλαν πολύ σε αυτό.
Επίσης υπάρχουν πράγματα για τα οποία πρέπει να διαβάσεις. Δηλαδή, δεν φύτρωσα μια μέρα και ήξερα τα πάντα για τα ίντερσεξ άτομα. Έπρεπε να ψάξω, να διαβάσω. Είναι πράγματα για τα οποία τώρα μαθαίνουμε και οι άνθρωποι που αμφισβητούν τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, πρέπει να διαβάσουν. Διαβάζουν άραγε;
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, υπήρξε κάποιο behind-the-scenes στιγμιότυπο, σκηνή ή ακόμα και κάποιο πρόβλημα, που σου έμεινε πολύ χαραγμένο και θέλεις να το μοιραστείς;
Στην πρώτη σεζόν, στα τρία τελευταία επεισόδια υπάρχουν κάποιες σκηνές στο θέατρο, εκεί που λέω κάτι μονολόγους από την Ιουλιέτα, ήταν μονόλογοι που είχα στην δραματική σχολή. Γι’ αυτό τους ήξερα νεράκι. Ο Γιώργος μου είχε αναφέρει τότε «να πεις κάτι που να το πεις τέλεια. Να μην κομπιάσεις καθόλου». Ο ένας ήταν, από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», η Ιουλιέτα και ο άλλος ήταν η Ιρίνα από τις «τρεις αδερφές», του Τσέχοφ.
Θα σε πάω και πάλι πίσω στην «Εθνική Ελλάδος». Ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σου από το ρόλο σου ως Άννα;
Είχα κι εγώ μια έντονη εφηβεία, οπότε, ήμουν μία προσωπικότητα που δεν ήταν δύσκολο να συγκρουστεί σε εκείνη την ηλικία. Υποκριτικά λοιπόν, δεν μου ήταν κάτι πολύ ξένο που με δυσκόλεψε να προσεγγίσω γιατί ήταν ένας ρόλος ο οποίος ήταν μάλλον εμπνευσμένος
από εμένα. Κάτι ακόμα που μου έχει μείνει είναι… πόσο βοηθητική και υποστηρικτική ήταν η Σμαράγδα (Καρύδη) και πως κατάλαβα ότι αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μπροστά στην κάμερα. Ο Αντώνης Αγγελόπουλος, ο σκηνοθέτης μας, ήταν ο άνθρωπος από τον οποίο έμαθα πρώτα τη δουλειά στην κάμερα. Είναι επαγγελματίας και συγκεκριμένος σε αυτό που ζητάει. Θυμάμαι πόσο με έκανε να αγαπήσω τη δουλειά μπροστά στην κάμερα.
Η συμμετοχή σου στον «Παράδεισο των Κυριών» σε έφερε σε μια καθημερινή, μεγάλη, τηλεοπτική παραγωγή εποχής. Θεωρείς πως ήταν ένα ακόμα «σχολείο» για εσένα;
Ναι ήταν πολύ μεγάλο «σχολείο». Για δυο χρόνια ήμουν καθημερινά σε όλα τα επεισόδια και ένιωσα σα να ήταν μια δεύτερη δραματική σχολή για εμένα. Δηλαδή κι εκεί με θυμάμαι να μπαίνω άλλη και να βγαίνω μια άλλη. Ήμουν τυχερή γιατί και σε αυτή τη δουλειά συνεργάστηκα με μια εξαιρετική ομάδα της οποίας ηγούνταν ο Γιάννης Βασιλειάδης κι ο Σταμάτης Πατρώνης, οι φοβεροί σκηνοθέτες μας.
Η 2η συμμετοχή σου σε σειρά εποχής ήρθε με το ρόλο της Δέσποινας στο «Σπίτι Δίπλα στο Ποτάμι».
Πράγματι αγαπώ τα έργα εποχής.
Ποιο στοιχείο της Δέσποινας θεωρείς πιο «δικό σου»;
Τον τρόπο που αγαπάει και την τεράστια υπομονή της. Τον τρόπο που κάποιες φορές η Δέσποινα θα βάλει στην άκρη τον εαυτό της για χάρη εκείνου που αγαπάει με σκοπό να τον βοηθήσει ή να τον υποστηρίξει παρότι μπορεί να πονέσει η ίδια. Κοντολογίς την αφοσίωσή της στην αγάπη.
Υπάρχει κάποιος άνθρωπος με τον οποίο συνεργάστηκες -τηλεοπτικά ή θεατρικά- από τον οποίο νιώθεις ότι διδάχτηκες πράγματα;
Όλοι! Και το λέω αυτό γιατί ήμουν τυχερή στις μέχρι τώρα συνεργασίες μου. Ήταν όλοι άνθρωποι από τους οποίους «πήρα» κάτι. Γενικά πάντα αναζητώ να «πάρω» κάτι από κάποιον άνθρωπο με τον οποίο θα συνεργαστώ. Δεν πηγαίνω σε μια δουλειά κλειδωμένη και αποφασισμένη με το να γίνουν τα πράγματα με το δικό μου τρόπο. Με ενδιαφέρει να γνωρίσω τι έχει να μου προσφέρει ο άλλος. Να «συναντηθώ» με αυτόν τον άνθρωπο. Μπορεί να μην «συναντηθούμε», να μην συμφωνήσουμε σε όλα αλλά πάντα θέλω και θα «πάρω» κάτι από κάποιον που συνάντησα είτε στη δουλειά μου είτε στην προσωπική μου ζωή.
Τι σου έχει μείνει περισσότερο από τη συνεργασία σου με τον Γιώργο Καπουτζίδη, τόσο με το ρόλο του καλλιτέχνη όσο και με το ρόλο του θείου;
Μπορεί να έχει γράψει κάποιους ρόλους τους οποίους έπαιξα αλλά στην πραγματικότητα δεν μου χαρίστηκε κάτι γιατί ζητούσε τα ίδια ακριβώς πράγματα που ζητούσε και από τους υπόλοιπους. Ξέρεις είναι λίγο δύσκολο να μιλήσω για αυτόν μόνο σαν συνεργάτη γιατί είναι τόσα πολλά πράγματα για μένα και είναι ένας άνθρωπος που αγαπάω πάρα πολύ! Δεν είναι απλά ένας θείος μου, που τα λέμε που και που. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος υπάρχει πολύ ενεργά στη ζωή μου και ταυτόχρονα αθόρυβα και προστατευτικά. Γι’ αυτό είναι λίγο δύσκολο να διαχωρίζω τον επαγγελματικό ρόλο από τον προσωπικό. Ωστόσο επαγγελματικά αυτό που θαυμάζω σε εκείνον είναι η απλότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα μεγάλα θέματα. Η ευγένειά του, η ειλικρίνειά του και το ό,τι δεν προσπαθεί να το παίξει αυθεντία στη δουλειά του. Πραγματικά είναι πολύ ευχάριστο να δουλεύεις με το Γιώργο! Θα δούλευα μαζί του ξανά και ξανά. Παλιά είχα στο μυαλό μου πως υπήρχε μία τάση να μας συνδέουν γιατί είμαι η ανιψιά του και έχουμε αυτή τη στενή σχέση. Είχα λοιπόν κι εγώ την ανάγκη να κάνω διαφορετικά πράγματα και να αποκτήσω την δική μου πορεία αλλά τώρα που είμαι σίγουρη για τον εαυτό μου κι όντως κάνω διαφορετικά πράγματα, μπορώ να πω πως είναι πραγματική χαρά να δουλεύω με τον Γιώργο. Εννοείται πως πάντα θέλω την γνώμη του. Είμαστε δύο άνθρωποι που ο καθένας έχει τη δική του πορεία και τώρα πια συναντιόμαστε στις κοινές μας δουλειές.
Ποια είναι τα επόμενα επαγγελματικά σου σχέδια μετά την «Αλεξάνδρεια»;
Προς το παρόν υπάρχει η «Αλεξάνδρεια» που θα πάει μέχρι τέλος Ιανουαρίου, οι “Σέρρες” που συνεχίζουν να είναι “φρέσκιες” ακόμα στο Netflix και «Το Σπίτι Δίπλα Στο Ποτάμι» που η προβολή του θα ολοκληρωθεί στο τέλος της σεζόν.
Ποιο είναι το μότο σου στη ζωή;
Μου αρέσει πολύ να σκέφτομαι κάτι που μου είπε κάποιος παλιά. “Όταν φοβάσαι, πιάσε τον φόβο σου απ’ το χέρι και πήγαινε μαζί του σε αυτό που σε τρομάζει. Δεν πρόκειται να εξαφανιστεί μόνος του.” Και εκτιμώ τους ανθρώπους που ρισκάρουν και παίρνουν τους φόβους τους απ’ το χέρι και τολμάνε να κάνουν αυτό που θέλουν.
Συνέντευξη: Θοδωρής Κολλιόπουλος

