Θα έλεγες πως η εκπαίδευσή σου στην Κοινωνική Πολιτική και στη Συμβουλευτική Ψυχοσωματικής Υγείας επηρέασε τον τρόπο που γράφεις ή ερμηνεύεις;
Δεν γράφω στίχους συστηματικά και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ τον εαυτό μου στιχουργό, παρότι έχω δοκιμάσει. Το μοναδικό τραγούδι του οποίου έχω γράψει τους στίχους είναι το «Καταφύγιο», και μάλιστα γεννήθηκε μέσα από μια εντελώς διαφορετική συνθήκη. Την περίοδο που είχα ξεκινήσει ψυχοθεραπεία και προσπαθούσα να ορίσω και να κατανοήσω αυτή τη σχέση, προέκυψε σχεδόν οργανικά. Με αυτή την έννοια, δεν μπορώ να πω ότι οι σπουδές μου με επηρέασαν άμεσα στο κομμάτι της γραφής.
Στο ερμηνευτικό κομμάτι, όμως —που είναι άρρηκτα δεμένο με το συναίσθημα— τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί αισθάνομαι πως «αυτό είμαι, αυτό έχω, αυτό φέρω». Είμαι σίγουρη ότι ειδικά οι σπουδές στη Συμβουλευτική Ψυχοσωματικής Υγείας, τις οποίες έκανα σε μεγαλύτερη ηλικία και με περισσότερη ωριμότητα, με καθόρισαν ουσιαστικά. Με βοήθησαν να δεχτώ και να επεξεργαστώ πράγματα πιο βαθιά. Και οι δύο κατευθύνσεις σπουδών είχαν έναν έντονο ανθρωπιστικό χαρακτήρα· η κοινή τους βάση ήταν η ενασχόληση με τον άνθρωπο, τις συνθήκες διαβίωσης, τις σχέσεις. Πιστεύω πως αυτή η επαφή με τις επιστήμες αυτές επηρεάζει όχι μόνο τον τρόπο που ερμηνεύω, αλλά ακόμη και το τι αναζητώ για να τραγουδήσω.
Πώς βίωσες την πρώτη σου συνεργασία με τη Νατάσσα Μποφίλιου και τον Κώστα Τσίρκα; Υπήρξαν δυσκολίες ή στιγμές που σε ενθουσίασαν ιδιαίτερα;
Για μένα, όλο αυτό που ήρθε με τη μουσική ήταν ένα πραγματικό σοκ. Αν και η μουσική υπήρχε πάντα στη ζωή μου -έπαιζα κιθάρα μόνη μου, συμμετείχα σε σχολικές μπάντες, μαζευόμασταν σε σπίτια και τραγουδούσαμε- ποτέ δεν είχα σκεφτεί σοβαρά ότι θα γινόταν επάγγελμα. Υπήρχαν ελάχιστες στιγμές που αναρωτιόμουν πώς θα ήταν «να ζεις από αυτό», αλλά μεγαλώσαμε και σε μια εποχή που το επάγγελμα του μουσικού θεωρούνταν κάπως υποδεέστερο.
Όταν λοιπόν με πήρε η Νατάσσα τηλέφωνο και μου είπε ότι ο Κώστας Τσίρκας έψαχνε μια φωνή για έναν δίσκο και ότι του άρεσα, σοκαρίστηκα. Ήταν μια τεράστια έκπληξη και, ταυτόχρονα, μια απέραντη χαρά. Εκείνη τη στιγμή απέκτησα έναν ξεκάθαρο στόχο: «Τώρα ξυπνάω για να κάνω αυτό. Για να δουλέψω με τον Τσίρκα». Όσο τον γνώριζα καλύτερα και περνούσαμε χρόνο μαζί, ένιωθα όλο και πιο έντονα ότι υπήρχε χημεία· δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος που γράφει τραγούδια. Τον αγάπησα βαθιά και τότε συνειδητοποίησα ότι κάποια πράγματα απλώς είναι για να συμβούν -όχι με μεταφυσική έννοια, αλλά με την απλή, ανθρώπινη αίσθηση του «κουμπώματος».
Ταυτόχρονα, όμως, ένιωθα και μια μεγάλη ευθύνη. Ήμουν πολύ μικρή για να το διαχειριστώ όλο αυτό, δεν είχα μουσικές σπουδές, ήμουν αυτοδίδακτη και αισθανόμουν ότι μπήκα στα βαθιά πολύ απότομα. Έπρεπε να μάθω να κολυμπάω γρήγορα. Ευτυχώς, οι άνθρωποι γύρω μου με αγκάλιασαν και με στήριξαν ουσιαστικά. Μέσα μου υπήρχε μια ισχυρή απόφαση: τώρα πρέπει να τα καταφέρω.
Και όσο κι αν φοβάμαι ότι μπορεί να γίνομαι γραφική, δεν μπορώ να μη μιλήσω για τη Νατάσσα. Εδώ και δέκα χρόνια είναι σταθερά δίπλα μου -και μέσα μου. Δεν μπορώ να αγνοήσω την προσφορά της, την ανιδιοτέλειά της, τις εμπειρίες και την έμπνευση που μου έχει χαρίσει. Είναι σαν να έβγαινα σε κάθε live και να μιλούσα για την αδελφή μου. Έτσι ακριβώς τη νιώθω. Δεν χρησιμοποιώ το όνομά της για κάποιο όφελος, ούτε και η ίδια θέλει να την αναφέρω. Αλλά εγώ δεν μπορώ αλλιώς. Δεν θα κοιμόμουν ήσυχα αν δεν έλεγα πόση αγάπη έχω πάρει από εκείνη.
Από τους τρεις προσωπικούς σου δίσκους (“Μαζί το Χειμώνα”, “Καταφύγιο”, “Εσύ με κάνεις και μπορώ”), ποιος σε αντιπροσωπεύει περισσότερο και γιατί;
Θα έλεγα το «Καταφύγιο». Καταρχάς, πρόκειται για ένα EP που δημιουργήθηκε σταδιακά, με τα τέσσερα singles να κυκλοφορούν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές: ένα το 2018 (“Το Μέσα Μου Φως”), ένα το 2019 (“Ανοιξιάτικη Μέρα”) και ένα μέσα στην περίοδο της καραντίνας (“Δεν ήρθα Ποτέ (Καταφύγιο)”). Το ένα από αυτά (το “Καταφύγιο”) το έχω γράψει εγώ, κάτι που το κάνει ακόμα πιο προσωπικό για μένα. Δεν μπορώ να με φανταστώ χωρίς αυτό το μικρό άλμπουμ, γιατί και τα τέσσερα τραγούδια, παρότι έχουν κοινό σημείο αναφοράς, μιλούν το καθένα για κάτι ουσιαστικό.
Για παράδειγμα, το «Καταφύγιο» μπορεί να είναι για τον καθένα κάτι διαφορετικό: το σπίτι του, ένας άνθρωπος, οι φίλοι του ή μια συνθήκη που τον κάνει να νιώθει ασφάλεια και ηρεμία. Κάθε τραγούδι κουβαλούσε ένα τέτοιο νόημα και τη χρονική περίοδο που το ερμήνευσα και που τελικά κυκλοφόρησε, το ένιωθα απόλυτα. Επιπλέον, το «Καταφύγιο» σηματοδότησε για μένα μια μορφή ενηλικίωσης σε σχέση με το «Μαζί το Χειμώνα». Ήταν περισσότερο δική μου επιλογή, τόσο ως προς τα τραγούδια όσο και ως προς την κατεύθυνση.
Στο «Μαζί το Χειμώνα», ο Κώστας Τσίρκας είχε ήδη γράψει το μεγαλύτερο μέρος του υλικού και εγώ μπήκα κυρίως για να ερμηνεύσω τα τραγούδια του. Αντίθετα, το «Καταφύγιο» το χτίσαμε πολύ περισσότερο μαζί. Το «Εσύ με κάνεις και μπορώ», από την άλλη, θεωρώ πως αποτυπώνει μια πολύ ώριμη πλευρά μου, τόσο ηχητικά όσο και στιχουργικά. Ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησα στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου σε πρώτη εκτέλεση, είχα ντουέτα με τον Γιώργο Νταλάρα και τον Γιώργο Περρή, και είναι ένας δίσκος που σε καμία περίπτωση δεν μπορώ -ούτε θέλω- να υποβαθμίσω.
Ωστόσο, σε καθαρά συναισθηματικό επίπεδο, το «Καταφύγιο» είναι αυτό που με εκφράζει λίγο περισσότερο.
Εσχάτως κυκλοφόρησε και το Live album “30” που φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία για εσένα. Ποιο ήταν το μεγαλύτερο συναισθηματικό στοιχείο κατά τη δημιουργία αυτής της παράστασης;
Πριν από το «30», ένιωθα πραγματικά ότι ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω. Μέσα από αυτή την παράσταση, όμως, κατάφερα να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, τοποθετώντας τα τραγούδια κάτω από την «ομπρέλα» των «30» -τόσο ηλικιακά όσο και ως μια συνολική αλλαγή ζωής. Είχε προηγηθεί μια πολύ δύσκολη περίοδος: έχασα έναν άνθρωπο που αγαπούσα βαθιά, με τον Κώστα Τσίρκα δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή νέο υλικό να δουλέψουμε και εγώ η ίδια ήμουν σε μια φάση πλήρους σύγχυσης για το τι θέλω να πω και ποια κατεύθυνση θέλω να πάρω.
Αν δεν αποφάσιζα να τα εκθέσω όλα αυτά ανοιχτά -και να εκτεθώ περισσότερο- δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να συνεχίσω. Ήθελα να πω ξεκάθαρα: «Τραγουδάω γι’ αυτό και γι’ αυτό. Επειδή έχασα αυτόν τον άνθρωπο. Επειδή τα οικογενειακά μου είναι έτσι. Επειδή κάνω ψυχοθεραπεία και έγραψα ένα τραγούδι γι’ αυτήν. Επειδή στα ερωτικά μου πέρασα από συγκεκριμένες φάσεις και σήμερα βρίσκομαι αλλού». Ήθελα να κάνω κάτι που να με αφορά απόλυτα.
Έβαλα μέσα τραγούδια που μου θυμίζουν ανθρώπους που αγαπώ και που με έχουν καθορίσει: τους γονείς μου, τους φίλους μου, κομμάτια της ίδιας μου της ζωής. Θεωρώ πως από αυτή την παράσταση δεν έμεινε τίποτα απ’ έξω -ούτε καν τα πιο κρυφά μου κομμάτια. Αν κάποιος παρακολουθούσε προσεκτικά τη ροή της παράστασης και των τραγουδιών, θα μπορούσε εύκολα να καταλάβει ποια είμαι και γιατί ένιωθα την ανάγκη να τα πω όλα εκείνη τη στιγμή.
Και, τελικά, λέγοντάς τα, τα ξόρκισα. Ξόρκισα όσα με βάραιναν, όσα μου φαίνονταν σκοτεινά και ακατανόητα, και μέσα από αυτό βρήκα ξανά κίνητρο. Έβαλα πιο συνειδητά το προσωπικό μου στοιχείο στο επίκεντρο, άνοιξα νέες συζητήσεις με τους συνεργάτες μου για το τι θέλω να κάνω και τι μουσική με εκφράζει πραγματικά. Ήταν μια ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση, όχι μόνο της μουσικής μου πορείας, αλλά και του ίδιου μου του εαυτού -του πώς θέλω να ζω κάνοντας αυτό το επάγγελμα.
Παρ’ όλα αυτά ευτυχώς δεν τα παράτησες και τώρα σχεδιάζεις να κυκλοφορείς και το επόμενο album σου που θα είναι σε συνεργασία με τον Ορέστη Ντάντο. Τι νέο στοιχείο πιστεύεις ότι θα φέρει αυτή η συνεργασία στο μουσικό σου ύφος;
Τι ένιωσες όταν ολοκληρώθηκε η πρόσφατη, μεγάλη συναυλία σου στο Κύτταρο με guests τη Νατάσσα Μποφίλιου, τον Ορέστη Ντάντο και τον Pan Pan;
Ένιωσα μια βαθιά ανακούφιση. Όχι με την έννοια του «ουφ, τελείωσε», αλλά μια ανακούφιση του τύπου «τι ωραία που πέρασα». Κι αυτό είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα. Υπάρχει μια εσωτερική αντίφαση: από τη μία, κάτι μέσα μου με τραβάει διαρκώς προς τη σκηνή, γιατί το να βρίσκομαι εκεί και να λέω αυτά τα τραγούδια είναι σχεδόν υπαρξιακή ανάγκη. Από την άλλη, κάθε φορά κουβαλάω πολύ φόβο και άγχος. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που ξυπνούν το πρωί και πηγαίνουν στη δουλειά τους χωρίς δεύτερη σκέψη -ο φόβος είναι ακόμη εκεί.
Εκείνο το βράδυ, όμως, ένιωσα μια χαρά που δεν ξέρω αν την είχα ξαναζήσει ακριβώς έτσι. Τον τελευταίο χρόνο αρχίζω να απολαμβάνω όλο και περισσότερο το live, όχι μόνο τη στιγμή πάνω στη σκηνή, αλλά και όλη τη διαδικασία και το ταξίδι γύρω από αυτό. Κι αυτό έχει σημασία, γιατί για μεγάλο διάστημα το κομμάτι της μετακίνησης, το να φεύγω από το σπίτι μου και να πηγαίνω σε άγνωστα μέρη, με δυσκόλευε πολύ.
Είχα έντονα ψυχοσωματικά συμπτώματα: δεν μπορούσα να φάω, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα στρες -όχι κάποιας εξωτερικής πίεσης. Έτσι, όταν τελείωσε η συναυλία στο Κύτταρο, ένιωσα πραγματικά όμορφα. Όχι μόνο επειδή πήγε καλά, αλλά επειδή μου επέτρεψα να τη ζήσω. Και αυτό, για μένα, ήταν ίσως το πιο σημαντικό απ’ όλα.
Εκτός από τους προαναφερθέντες, έχεις συνεργαστεί και με πολλούς άλλους μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Γιώργος Νταλάρας, η Ελεονόρα Ζουγανέλη, ο Μάριος Φραγκούλης, ο Γιώργος Περρής κ.α. Υπάρχει όμως κάποια συνεργασία που κατάφερε να ξεχωρίσει μέσα σου για κάποιο ιδιαίτερο λόγο;
Δεν θα μπω ποτέ στη διαδικασία να επιλέξω μία συνεργασία εις βάρος κάποιας άλλης· ούτε γίνεται ούτε υπάρχει λόγος. Η διαδρομή μου είναι γεμάτη ανθρώπους που με σημάδεψαν, ανθρώπους που εξακολουθώ να θαυμάζω, αλλά που πριν τους γνωρίσω προσωπικά, υπήρχαν ήδη στη ζωή μου. Ήταν οι φωνές που άκουγα μικρή στο σπίτι μου, με την οικογένεια και τους φίλους μου, και που με συντρόφευαν καθημερινά, κάνοντας τις μέρες λίγο πιο όμορφες.
Όταν τελικά βρέθηκα κοντά τους, γνώρισα και μια άλλη τους πλευρά —πέρα από την καλλιτεχνική και ερμηνευτική. Αυτή η δουλειά έχει το προνόμιο να σου επιτρέπει μια βαθύτερη ανθρώπινη επαφή, μια ειλικρίνεια που ίσως δεν θα υπήρχε σε ένα πιο τυπικό επαγγελματικό περιβάλλον. Στις τέχνες υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία στην έκφραση και έτσι καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα αν με τον άλλον υπάρχει σύνδεση, αν υπάρχει χημεία. Κι όταν συμβαίνει αυτό, είναι σαν να περίμενες μια ολόκληρη ζωή για να συναντηθείτε. Προφανώς η Νατάσσα είναι ακριβώς αυτό.
Αν, ωστόσο, πρέπει να αναφέρω μια ακόμα συνεργασία που ξεχώρισε μέσα μου με έναν ιδιαίτερο τρόπο, δεν μπορώ να μη μιλήσω για τον Νίκο Πορτοκάλογλου. Πέρα από το «Μουσικό Κουτί», όπου γνωριστήκαμε, συνεργαστήκαμε πριν από δύο χρόνια σε μια παράσταση στο Μέγαρο. Το υλικό ήταν απαιτητικό, με πολλές λεπτομέρειες και δεύτερες φωνές, κι έτσι βρεθήκαμε στο σπίτι του για να το δουλέψουμε μαζί. Εκείνη η μέρα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ περισσότερο από μια πρόβα: μιλήσαμε για τους ψυχοθεραπευτές μας, για τις δύσκολες και όμορφες φάσεις της ζωής, για τη μουσική και όσα μας δίνει.
Εκεί κατάλαβα πως, πέρα από σπουδαίος καλλιτέχνης, είναι και ένας άνθρωπος που με ενέπνευσε βαθιά. Σκέφτηκα ότι θα ήθελα, όταν φτάσω στην ηλικία του, να σκέφτομαι έτσι για τη μουσική και να στέκομαι με τον ίδιο τρόπο απέναντι στους ανθρώπους γύρω μου. Για μένα, αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο αποτύπωμα που μπορεί να αφήσει μια συνεργασία: να σου δείξει ένα πρότυπο ανθρώπου, όχι μόνο καλλιτέχνη.
Έχεις συμμετάσχει και στην παράσταση “Μες στους ανθισμένους κήπους”. Τι σημαίνει για εσένα η επαφή με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη;
Αυτό που κράτησα περισσότερο από αυτή την εμπειρία είναι το μεγαλείο ενός δημιουργού. Το πραγματικό μεγαλείο ενός συνθέτη, κατά τη γνώμη μου, είναι να γράφει έργα που συνεχίζουν να βγάζουν νόημα σε ανύποπτο χρόνο, πολλά χρόνια μετά τη δημιουργία τους. Μελετώντας και ερχόμενη σε επαφή με το ρεπερτόριο του Μίκη Θεοδωράκη, είχα συνεχώς την αίσθηση ότι, αν μου έλεγε κάποιος πως αυτά τα τραγούδια γράφτηκαν σήμερα, για όσα συμβαίνουν και για όσα ζούμε τώρα, θα το πίστευα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Είναι εντυπωσιακό το πόσο διαχρονικό και επίκαιρο παραμένει το έργο του. Ναι, η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά το να μπορεί ένας καλλιτέχνης να αποτυπώσει την ιστορία με τέτοιο βάθος και αλήθεια, ώστε να αφορά κάθε εποχή, είναι κάτι σπάνιο. Και αυτό ακριβώς ένιωσα μέσα από αυτή τη διαδρομή.
Μου άρεσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η παράσταση «Μες στους ανθισμένους κήπους» δεν λειτούργησε απλώς ως ένα αφιέρωμα στη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν μια ουσιαστική βουτιά στην ίδια μας την ιστορία, ειπωμένη μέσα από τα τραγούδια του. Και αυτό της έδωσε ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος και νόημα για μένα, τόσο ως ερμηνεύτρια όσο και ως άνθρωπο.
Πώς ήταν η εμπειρία σου να συνεργαστείς με τη Λίνα Νικολακοπούλου και να συμμετάσχεις στην παράσταση «Δικαίωμα»;
Πιστεύω πολύ στη σημασία της χρονικής στιγμής που συναντάς έναν άνθρωπο. Η ηλικία και η φάση ζωής στην οποία βρίσκεσαι παίζουν τεράστιο ρόλο. Κάθε μέρα, κάθε εμπειρία και κάθε συνάντηση σε διαμορφώνει, αλλά όταν γνώρισα τη Λίνα Νικολακοπούλου ήμουν ακόμη σε μια ηλικία όπου με απασχολούσε περισσότερο το τεχνικό κομμάτι: να πω σωστά τις νότες, να είμαι τονικά ακριβής, να μην «φύγω». Δεν είχα συνειδητοποιήσει πλήρως το βάρος και τη δύναμη του λόγου.
Μέσα από τη συνεργασία μας κατάλαβα ότι το τραγούδι δεν είναι μόνο εκτέλεση· είναι και αφήγηση. Δεν αρκεί να «διεκπεραιώνεις» ένα τραγούδι. Πρέπει να ξέρεις τι λες, γιατί το λες, τι σημαίνει κάθε λέξη και τι χρώμα κουβαλάει. Με βοήθησε πολύ να αντιληφθώ τη σημασία του ύφους, το πώς κάθε τραγούδι απαιτεί τη δική του, ξεχωριστή προσέγγιση. Δεν μπορείς να έχεις μία μανιέρα και να την εφαρμόζεις παντού· κάθε ιστορία χρειάζεται τον δικό της τρόπο για να φτάσει στον άνθρωπο που σε ακούει.
Αυτό όλο δεν ήρθε ποτέ ως «μάθημα» με οδηγίες του τύπου «κάνε αυτό, μετά εκείνο». Ήρθε μέσα από τη συναναστροφή μας, παρατηρώντας τον τρόπο που η ίδια αντιμετωπίζει το τραγούδι και τον λόγο. Και αυτή η μαθητεία, σχεδόν αθόρυβη, ήταν από τις πιο καθοριστικές εμπειρίες στην πορεία μου.
Τι έμαθες από τη συμμετοχή σου στον δίσκο Μάνος Λοΐζος – ΜΕΤΑ και το τραγούδι «Δεν θα ξαναγαπήσω»;
Χαίρομαι πολύ για το συγκεκριμένο τραγούδι, γιατί μέσα από αυτό γνώρισα τη Μυρσίνη Λοΐζου. Εκείνη μου έδωσε ουσιαστικά το «ok» για να κυκλοφορήσουμε το τραγούδι και να μπει στον δίσκο «Μάνος Λοΐζος – ΜΕΤΑ». Αρχικά, το είχαμε φτιάξει για ένα αφιέρωμα σε ένα ραδιόφωνο και δεν ήμουν σίγουρη αν θα έβρισκε τον δρόμο του. Εγώ όμως ήθελα πολύ να το πω, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ και είχα σκεφτεί ότι θα άρεσε και στον πατέρα μου. Ήθελα να το μοιραστώ και να υπάρχει κάπου.
Ζήτησα λοιπόν το τηλέφωνο της Μυρσίνης για να πάρω την άδεια, και εκείνη το αγάπησε αμέσως, μας έδωσε με μεγάλη χαρά το «ok» να το κυκλοφορήσουμε στον δίσκο. Αυτό που κρατάω κυρίως από όλη αυτή τη διαδικασία είναι η γνωριμία μαζί της και η σύνδεση με τον Μάνο Λοΐζο. Μέχρι σήμερα, το έργο του δεν λείπει ούτε από τα προγράμματά μας ούτε από την καθημερινότητά μου. Ίσως αυτή η εμπειρία ήταν ένας ακόμη λόγος να με φέρει πιο κοντά στο ρεπερτόριό του και να εκτιμήσω βαθύτερα τη μουσική του κληρονομιά.
Ποιο είναι το μότο σου στη ζωή;
Συνέντευξη: Θοδωρής Κολλιόπουλος

