Skip to content

Ύστερα από μια δεκαετία σιωπής, οι Howling Bells επιστρέφουν με νέο τραγούδι και νέα δυναμική. Το “Unbroken” είναι το πρώτο τους single μετά από χρόνια, ένα κομμάτι που φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον σκοτεινό ρομαντισμό και τον ακατέργαστο ήχο που έκανε το αυστραλιανό συγκρότημα να ξεχωρίσει ήδη από το ντεμπούτο του το 2006. Με αιχμηρές κιθάρες, σαγηνευτική ερμηνεία και στίχους γεμάτους επιμονή και πάθος, η μπάντα δείχνει να επιστρέφει πιο ώριμη αλλά και πιο διψασμένη από ποτέ.

Η Juanita Stein και η παρέα της είχαν αφήσει το στίγμα τους μέσα από τέσσερις δίσκους, περιοδείες στο πλευρό μεγάλων ονομάτων και έναν ήχο που συνδύαζε τη σκοτεινή μελωδικότητα με την indie-rock ενέργεια. Στο διάστημα της απουσίας, τα μέλη του συγκροτήματος πειραματίστηκαν με σόλο δουλειές και συνεργασίες, εμπειρίες που, όπως λένε, τους ωρίμασαν δημιουργικά και έδωσαν νέα διάσταση στη μουσική τους.

Η αφορμή για την επανένωση ήταν μερικές συναυλίες που τους υπενθύμισαν πόσο ισχυρός παραμένει ο δεσμός τους πάνω στη σκηνή. Από εκεί γεννήθηκε η επιθυμία για καινούρια μουσική και η συνεργασία με τον παραγωγό Ben Hillier (γνωστό για τις δουλειές του με Depeche Mode και Blur), που χάρισε στο “Unbroken” τη δύναμη και την ένταση που οι ίδιοι αναζητούσαν.

Με αφορμή την επιστροφή τους, η Juanita μιλάει στο SounDarts.gr για τις προκλήσεις της δημιουργίας, τις καλλιτεχνικές επιρροές που συνεχίζουν να τη συνοδεύουν, τις εμπειρίες που τη διαμόρφωσαν ως frontwoman αλλά και για τα σχέδια των Howling Bells για το μέλλον. Μια συζήτηση που αναδεικνύει όχι μόνο την πορεία μιας μπάντας, αλλά και την ανθεκτικότητα της ίδιας της μουσικής ως δύναμη έμπνευσης και σύνδεσης.

Μόλις κυκλοφορήσατε το “Unbroken”, τη νέα σας μουσική μετά από πάνω από μια δεκαετία. Ποια ήταν η στιγμή που νιώσατε όλοι: «Ναι, τώρα είναι η ώρα να επιστρέψουμε ως Howling Bells»;

Ήταν περίπου δυο χρόνια πριν ηχογραφήσουμε το single, όταν μας ζήτησαν να παίξουμε κάποια reunion shows για μια πολύ ωραία εταιρεία που προσπαθεί να προωθήσει τη ζωντανή μουσική. Κάναμε αρκετές εμφανίσεις και ήταν οι πρώτες live εμφανίσεις μας μετά από οχτώ χρόνια περίπου. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι ενέργεια, δέσαμε ξανά μεταξύ μας και τίποτα δεν είχε αλλάξει ούτε μουσικά ούτε συναισθηματικά. Νομίζω τότε αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πως θα ήταν ωραίο να ξαναμπούμε στο στούντιο και να γράψουμε καινούργια μουσική. Αυτό βέβαια δεν έγινε παρά δύο χρόνια αργότερα.

Το τραγούδι έχει «βαριές κιθάρες και σαρωτικές μελωδικές κορυφώσεις» γύρω από τη φωνή σου, Juanita, με στίχους γεμάτους ονειρική επιμονή. Πώς γεννήθηκε το “Unbroken” — ξεκίνησε από κάποιο στίχο, από riff ή από κάποια διάθεση;

Όχι, ήταν κάτι που έγραψα εγώ. Έγραψα το τραγούδι, έκανα ένα demo και το έστειλα στα παιδιά. Ο Joel, ο κιθαρίστας, έχει ένα στούντιο στο σπίτι του και πήρε το κομμάτι που είχα γράψει και δημιούργησε ένα υπέροχο riff, που είναι και το βασικό riff του τραγουδιού. Μετά μπήκαμε στο στούντιο και το τζαμάραμε. Έτσι έγινε.

Juanita, περιέγραψες το “Unbroken” ως “μια απόδειξη επιμονής και παραλογισμού, αλλά και της θέλησης και αγάπης για τη μουσική”. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις κατά τη δημιουργία του και πώς τις ξεπεράσατε;

Νομίζω η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να πετύχουμε τον πολύ δυνατό, grungy ήχο του riff που μπαίνει και βγαίνει, το ρεφρέν του κομματιού. Ηχητικά δυσκολευτήκαμε λίγο να το κάνουμε όσο πιο τεράστιο και γεμάτο γινόταν. Χρειάστηκαν αρκετές προσπάθειες και στο τέλος δεν είχε τίποτα το μυστήριο· απλώς στρώναμε κιθάρες τη μία πάνω στην άλλη μέχρι που ακούστηκε απολύτως αδιαμφισβήτητο.

Όταν ξεκινήσατε στο Σίδνεϊ και μετά μετακομίσατε στο Λονδίνο, σας επηρέαζαν καλλιτέχνες όπως οι Tom Waits, Sonic Youth, Björk. Αισθάνεστε ακόμα ότι αντλείτε έμπνευση από αυτούς ή έχουν προκύψει νέοι;

Εξακολουθώ να έλκομαι από τους ίδιους καλλιτέχνες, αλλά έχω βρει και καινούργιους. Μεγαλώσαμε σε ένα σπίτι όπου οι γονείς μας ήταν παθιασμένοι με τη μουσική, οπότε πάντα έπαιζε μουσική. Ένας από αυτούς τους καλλιτέχνες ήταν ο Tom Waits. Έχω πολύ βαθιά σχέση με τη μουσική του γι’ αυτόν τον λόγο – μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία. Επίσης η μουσική του είναι τόσο εκτός των συνηθισμένων δρόμων, που μου έδειξε πως μπορείς να πάρεις κάτι κλασικό και να το ανατρέψεις εντελώς. Αυτό έκανε κι εκείνος. Αργότερα ανακάλυψα τη δική μου μουσική, όπως με την Björk, τους Nirvana και τη Fiona Apple, που ήταν επίσης μεγάλη επιρροή για μένα.

Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος σας, κυκλοφόρησες τέσσερα solo albums· ο Joel δημιούργησε τους Glassmaps· ο Joel και ο Glenn έπαιξαν με το σόλο σχήμα του Brandon Flowers. Πώς τροφοδότησαν αυτές οι εμπειρίες ξανά τους Howling Bells, σε επίπεδο σύνθεσης, ερμηνείας ή προοπτικής;

Μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου, αλλά το να φτιάχνω solo δίσκους ενίσχυσε πολύ τη στιχουργία μου, γιατί δεν είχα κανέναν άλλον να στηριχτώ. Ήμουν μόνη μου. Έπρεπε να ακονίσω πραγματικά τα εργαλεία μου ως στιχουργός και συνθέτης, κι αυτό νομίζω έφερε πολύ περισσότερα στο συγκρότημα τόσα χρόνια μετά.

Ανακοινώσατε μια πολύ ξεχωριστή συναυλία στο Λονδίνο, στις 5 Νοεμβρίου στο Lock Tavern στο Camden. Πώς είναι να προετοιμάζεστε για την πρώτη σας εμφάνιση με όλο το συγκρότημα μετά από τόσο καιρό;

Απίστευτα συναρπαστικό, γιατί είναι το πρώτο live μας εδώ και καιρό. Όπως είπα, εξακολουθούμε να έχουμε τόση ενέργεια, φιλοδοξία και επιθυμία να παίξουμε μουσική και να επηρεάσουμε πραγματικά τον κόσμο. Η κορυφή αυτής της εμπειρίας είναι να βρίσκεσαι σε έναν χώρο μαζί τους και να νιώθεις την ενέργειά τους. Μεγάλο μέρος του λόγου που φτιάχνω δίσκους είναι για να πάρω τη μουσική αυτή και να μπω σε μια αίθουσα με ανθρώπους, να τους μιλήσω και να μου μιλήσουν κι εκείνοι. Γι’ αυτό είμαστε όλοι τόσο ενθουσιασμένοι για αυτή την πιο οικεία συναυλία.

Υπάρχουν τραγούδια από παλιότερα άλμπουμ, ίσως λιγότερο παιγμένα, που είστε ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι να ξαναφέρετε στις ζωντανές εμφανίσεις σας ή να τα επανεφεύρετε;

Νομίζω πως για πολύ καιρό παίζαμε κυρίως τραγούδια από το πρώτο άλμπουμ και αγνοούσαμε κάποια από τα άλλα. Ανυπομονούμε να ξαναπιάσουμε κομμάτια από τα “Radio Wars”, “The Loudest Engine” και “Heartstrings” και να τα δοκιμάσουμε στη συναυλία.

Μπορείς να ονομάσεις μερικά;

Νομίζω πως για μένα υπάρχει ένα κομμάτι που λέγεται “Treasure Hunt” από το δεύτερο άλμπουμ μας, το οποίο αγαπώ πολύ. Και το “Cities Burning Down” είναι άλλο ένα από τον ίδιο δίσκο. Ο ντράμερ μας πιέζει πολύ για το αγαπημένο του τραγούδι, το “Paris”, που είναι από το “Heartstrings”. Οπότε θα τα δοκιμάσουμε όλα αυτά.

Το “Unbroken” είναι απλώς single ή σηματοδοτεί την αρχή νέου υλικού (EP, album); Ποια είναι τα δισκογραφικά σχέδιά σας για τον επόμενο χρόνο;

Είναι μυστικό. Ποιος ξέρει; Αλλά σίγουρα θα έλεγα μείνετε συντονισμένοι. Θα πρέπει να μου ξαναπάρεις συνέντευξη κάποια στιγμή.

Επίσης έχουμε και mailing list· αν εγγραφείτε, θα σας στέλνουμε όλα τα τελευταία νέα, ενημερώσεις ή συναυλίες που μπορεί να έρθουν, ώστε να κρατάμε επαφή.

Κοιτάζοντας πίσω στο ντεμπούτο σας το 2006 και τώρα στο “Unbroken” το 2025, τι νιώθεις πιο διαφορετικό για σένα ως καλλιτέχνιδα και frontwoman;

Η εμπειρία και η σοφία μου είναι αδιαμφισβήτητες σε αυτή την ηλικία. Έχω δύο κόρες, έχω ζήσει μια ολόκληρη ζωή, έχω γνωρίσει τα ψηλά και τα χαμηλά όπως όλοι. Επίσης, ο κόσμος μοιάζει πολύ διαφορετικός σήμερα απ’ ό,τι το 2006. Η τεχνολογία έχει προχωρήσει τρελά από τότε που βγάλαμε μουσική το 2006. Όλα αυτά με έκαναν σοφότερη και πιο προσεκτική. Θα έλεγα πως περισσότερο από ποτέ η μουσική είναι τώρα σημαντική. Υπάρχουν λίγα πράγματα που μας συνδέουν πνευματικά αυτήν την εποχή, και η μουσική είναι σίγουρα ένα από αυτά. Το άλλο είναι το αλκοόλ. Ένα ποτήρι κρασί, καλή μουσική, αυτά είναι που μας φέρνουν κοντά.

Υπάρχουν συνεργάτες, παραγωγοί ή χώροι που ονειρεύεστε να δουλέψετε / παίξετε τώρα που είστε ξανά ενεργοί;

Αυτή είναι η πρώτη φορά που ηχογραφήσαμε ως συγκρότημα με τον Ben Hillier, που έκανε την παραγωγή του “Unbroken”, και ήταν τεράστια χαρά. Συνδέθηκε τόσο καλά με το συγκρότημα που μπορώ να πω με σιγουριά ότι θα ήμασταν πολύ χαρούμενοι να κάνουμε κι άλλα μαζί του. Όσο για τους χώρους, θα ήταν όνειρο να παίξουμε σε κάποια κλασικά venues στο Λονδίνο ή όπως το Roundhouse στο Camden, αλλά και στο Brighton όπου ζούμε. Υπάρχει εκεί ένας υπέροχος χώρος που λέγεται Dome. Είδα την Patti Smith εκεί πρόσφατα και ήταν μια απίστευτη συναυλία. Είναι σαν παλιό θέατρο και θα ήταν όνειρο να παίξουμε εκεί.

Αν μιλάς για παλιά θέατρα, θα πρέπει να σκεφτείς και την Ελλάδα.

Ναι, καλά, μιλάω σε εσένα για «παλιά» (γέλια). Θα λατρεύαμε να παίξουμε στην Ελλάδα. Δεν ήρθαμε ποτέ. Θα ήταν υπέροχο. Έχω έρθει μόνο μία φορά στην Ελλάδα, στην Ίο για διακοπές, και ήταν φανταστικά. Θα ήθελα πολύ να ξανάρθω.

Αν μπορούσες να γυρίσεις πίσω στη στιγμή που αποφασίσατε να σχηματίσετε το συγκρότημα, τι συμβουλή θα έδινες στον εαυτό σου – ειδικά για το πώς να μείνετε ενωμένοι ή να διαχειριστείτε τις μεγάλες σιωπές;

Νομίζω όλα αυτά τα χρόνια είχα αρκετό χρόνο να αναλογιστώ την ιστορία του συγκροτήματος και κάποιες από τις αποφάσεις μας. Θα έλεγα στον νεότερο εαυτό μου να έχει λίγη περισσότερη υπομονή, γιατί πάντα ήμουν τόσο ανυπόμονη. Ήθελα να πάντα να πηγαίνω κατευθείαν στο επόμενο βήμα. Αλλά ένα κομμάτι μου εύχεται να είχα καθίσει λίγο περισσότερο και να εκτιμούσα ό,τι συνέβαινε. Επίσης, υπήρχαν τόσες φορές που ως νέα γυναίκα αγνόησα το ένστικτό μου, ενώ μέσα μου ήξερα ποια ήταν η σωστή κίνηση ή απόφαση. Το αγνόησα γιατί είναι εύκολο να σε καταπνίξουν οι άνθρωποι με τους οποίους δουλεύεις – δισκογραφικές, μάνατζερ κ.λπ. Οπότε θα έλεγα: «Κράτα τις αποφάσεις σου με περισσότερη αποφασιστικότητα και δύναμη».

Ποιο είναι το μότο σου στη ζωή;

Θα γυρίσω σε αυτό που έλεγα πριν μισό λεπτό: το μότο μου τώρα είναι να μην διστάζω ποτέ να ακούω τη δική μου φωνή και την καρδιά μου. Αυτό είναι.

Interview: Theodore Kolliopoulos

Ακολουθήστε το SounDarts.gr στοGoogle News.

Βρείτε μας επίσης στοYouTube, στοSpotify, στοFacebook, στοInstagramκαι στοTikTok

Back To Top