Skip to content

Η Marseaux είναι μία από τις πιο δυναμικές φωνές της νέας γενιάς καλλιτεχνών στην Ελλάδα, που συνδυάζει μοναδικά το ταλέντο της στη μουσική με την αγάπη της για τη σκηνή και το θέατρο. Τον τελευταίο καιρό τη βλέπουμε να υποδύεται τη Wednesday Addams στο μιούζικαλ “Οικογένεια Addams”, μία εμπειρία που την έχει γεμίσει έμπνευση και δημιουργικότητα. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, η ίδια μιλά για τη χαρά και τις προκλήσεις που φέρνει ένας ρόλος που αγαπά, αλλά και για την έντονη καθημερινότητα ενός καλλιτέχνη που ζει «με πάθος και με όλο του το είναι».

Η Marseaux μοιράζεται μαζί μας πώς η συμμετοχή της στο Sing for Greece 2026, διεκδικώντας την εκπροσώπηση της Ελλάδας στη Eurovision με το τραγούδι «Χάνομαι», αποτέλεσε μία προσωπική και επαγγελματική πρόκληση. Ανακαλεί στο μυαλό της την ένταση, το άγχος και την έκθεση που απαιτεί ένας διαγωνισμός, αλλά και τις πολύτιμες στιγμές σύνδεσης με άλλους νέους καλλιτέχνες. Μέσα από αυτή την εμπειρία, όπως μας εξηγεί, κατάφερε να ξεπεράσει εσωτερικούς φόβους και να νιώσει ότι η δουλειά της αρχίζει να παίρνει μεγαλύτερη διάσταση.

Η πορεία της Marseaux δεν περιορίζεται μόνο στη μουσική. Από το καλλιτεχνικό σχολείο έως τις πρώτες συνεργασίες με τον Solmeister -το δικό της Sol-, η ίδια μας περιγράφει πώς οι ευκαιρίες και οι συνεργασίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της καριέρας της. Από το πρώτο της τραγούδι «Μια φορά και έναν καιρό», μέχρι τα επιτυχημένα «Για πάντα και λίγο ακόμα» και «Γρανίτα Λεμόνι» (που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα), η μουσική της αντικατοπτρίζει τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τη συνεχή εξέλιξή της ως καλλιτέχνιδα.

Μέσα στη συνέντευξη, η Marseaux μιλάει επίσης για τις συνεργασίες της με κορυφαίους καλλιτέχνες όπως η Δέσποινα Βανδή και ο Κωνσταντίνος Αργυρός, και πώς η επαφή της με τη σκηνή και το κοινό της δίνει δύναμη και έμπνευση για το μέλλον. Παράλληλα, μας δίνει μια γεύση από τα επόμενα μουσικά της βήματα, τις κυκλοφορίες που ετοιμάζει και τις συναυλίες που σχεδιάζει για το καλοκαίρι.

Από τις πρώτες μικρές νίκες της μέχρι τις μεγάλες της επιτυχίες, η παρακάτω συνέντευξη αποκαλύπτει το πώς η φωνή της και η προσωπικότητά της συνεχίζουν να κερδίζουν το κοινό και να αφήνουν το δικό τους στίγμα στη σύγχρονη ελληνική σκηνή.

Αυτή την περίοδο σε βλέπουμε να υποδύεσαι τη Wednesday στο μιούζικαλ “Οικογένεια Addams” στο Θέατρο Βέμπο. Πώς είναι για εσένα αυτή η εμπειρία;

Τώρα που πλησιάζουμε προς το τέλος, μπορώ να πω ότι είναι μία από τις πιο όμορφες εμπειρίες που έχω ζήσει σε αυτόν τον χώρο. Έχω ξανακάνει μιούζικαλ, αλλά τότε ήμουν παιδί, οπότε δεν έχω τόσο καθαρές αναμνήσεις όσο τώρα που το ζω συνειδητά.

Χαίρομαι πάρα πολύ, γιατί αγαπώ τον ρόλο μου, το έργο, αλλά και τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι, κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό. Περνάω πραγματικά πολύ όμορφα. Ακόμα και τις Δευτέρες και τις Τρίτες που δεν έχουμε παραστάσεις, ενώ χαίρομαι που ξεκουράζομαι, ταυτόχρονα ανυπομονώ να έρθει η Τετάρτη για να επιστρέψουμε στο Θέατρο Βέμπο.

Στην αρχή, βέβαια, είχα αγχωθεί αρκετά, γιατί είμαι μεγάλη fan της Wednesday, κυρίως της εκδοχής από τη σειρά με την Jenna Ortega. Πριν μάθω την πλοκή του έργου, είχα δει κάποιες σκηνές και νόμιζα ότι θα υποδυθώ αυτή τη σκοτεινή, αυστηρή, «black» εκδοχή του χαρακτήρα.

Όταν όμως η Θέμιδα (Μαρσέλλου) μου εξήγησε ότι πρόκειται για μια διαφορετική «μετάλλαξη» της Wednesday, δυσκολεύτηκα να το φανταστώ, γιατί είχα ήδη στο μυαλό μου κάτι πολύ συγκεκριμένο. Τελικά, όλα λειτούργησαν και κατέληξα να έχω έναν ρόλο που έχω αγαπήσει πραγματικά.

 

Μπήκες θα λέγαμε σε μια διαφορετική καλλιτεχνική διαδικασία σε σχέση με τη μουσική. Θα σε ενδιέφερε να εξελιχθείς και στην υποκριτική στο μέλλον;

Η υποκριτική ήταν πάντα κάτι που με τραβούσε, όπως και η πρόζα γενικότερα. Έχω τελειώσει το καλλιτεχνικό σχολείο Γέρακα και ήμουν στο τμήμα θεάτρου. Δεν πήραμε κάποια επίσημη πιστοποίηση, αλλά ασχοληθήκαμε πολύ με αυτοσχεδιασμούς και ασκήσεις υποκριτικής.

Με ενδιαφέρει πολύ το θέατρο ως τέχνη. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι θα έβαζα τον εαυτό μου ξεκάθαρα στον ρόλο της ηθοποιού. Παρ’ όλα αυτά, σε κάτι που συνδυάζει τη μουσική, που είναι ο πυρήνας μου, με την υποκριτική, όπως ένα μιούζικαλ, θα ένιωθα απόλυτα καλά μέσα μου να το τολμήσω ξανά. Ειδικά επειδή χορεύω αρκετά, το μιούζικαλ έχει όλα όσα αγαπώ και με γεμίζει πολύ.

 

Πρόσφατα, σε είδαμε στην σκηνή του Sing for Greece 2026 διεκδικώντας την εκπροσώπηση της Ελλάδας στη Eurovision με το “Χάνομαι”. Πως ανακαλείς στο μυαλό σου αυτή την εμπειρία και τι κέρδισες από όλο αυτό;

Σίγουρα κέρδισα κάποιες δικές μου εσωτερικές μάχες. Είμαι γενικά ένας πολύ αγχώδης άνθρωπος και αυτή η έκθεση ήταν τεράστια για μένα, οπότε κατάφερα ουσιαστικά να ξεπεράσω ένα μεγάλο κομμάτι του άγχους μου.

Δεν είχα μάθει να λειτουργώ σε συνθήκες διαγωνισμού. Όταν ξεκίνησα τη μουσική, δούλευα με φίλους, σε ένα πολύ προστατευμένο και οικογενειακό περιβάλλον και έτσι εξελίχθηκαν και τα πρώτα μου βήματα. Γι’ αυτό και δεν είχα δοκιμάσει ποτέ να πάω σε κάποιο talent show, γιατί ήξερα ότι δεν μου ταιριάζει αυτό το αίσθημα ανταγωνισμού και σύγκρισης.

Για μένα ήταν πολύ δύσκολο και, για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα συνειδητοποιήσει εξαρχής πόσο μεγάλη έκταση θα πάρει όλο αυτό. Αυτό με δυσκόλεψε αρκετά.

Παρόλα αυτά, γνώρισα εξαιρετικά παιδιά, πολύ ταλαντούχα, με τα οποία έχουμε ακόμα επαφή, βγαίνουμε, στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και μοιραζόμαστε τις δουλειές μας.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι συνειδητοποίησα πως μπορώ να τα καταφέρω. Πίστευα ότι δεν θα αντέξω το άγχος και αυτή τη διαδικασία, αλλά τελικά τα κατάφερα. Και αυτό για μένα είναι μια προσωπική νίκη.

 

Πρόσφατα δήλωσες πως για το Sing for Greece 2026 έπρεπε να επιλέξεις ανάμεσα στο «Χάνομαι» και στο τραγούδι “Γρανίτα Λεμόνι”, που ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει. Τι σε έκανε να επιλέξεις το «Χάνομαι» και τι να περιμένουμε από το “Γρανίτα Λεμόνι”;

Όταν γράψαμε το «Χάνομαι», ήταν μια περίοδος -και γενικά όλη η φάση της Eurovision- όπου είχα ένα πάρα πολύ σφιχτό πρόγραμμα. Φυσικά, όλα αυτά ήταν δικές μου επιλογές, τα έκανα με πολλή χαρά και ευγνωμοσύνη, αλλά κάπου ένιωσα ότι υπερφορτώθηκα.

Έφτασα σε σημείο να νιώθω ότι δεν έχω καθόλου χρόνο για τους φίλους μου ή για τη σχέση μου. Ξυπνούσα και έμπαινα κατευθείαν σε μια «ρομποτική» λειτουργία, και αυτό με άγχωσε πολύ. Με τρόμαξε το γεγονός ότι πράγματα που είχα επιλέξει με αγάπη και που απολάμβανα απεριόριστα, άρχισα να τα κάνω μηχανικά.

Κάπου εκεί «φρίκαρα», γιατί συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν είναι το νόημα. Δεν επέλεξα να κάνω θέατρο για να πηγαίνω άυπνη, να το κάνω ρομποτικά, και να μην το απολαμβάνω. Γενικά, δεν λειτουργώ έτσι στη ζωή μου.

Έτσι, ένιωσα ότι μου λείπει ο παλιός μου εαυτός: πιο ξέγνοιαστος, πιο ανέμελος, λιγότερο αγχώδης. Εξακολουθεί να μου λείπει, η «μικρή Marseaux», που ακόμα κι όταν είχε υποχρεώσεις, δεν τις άφηνε να την επηρεάζουν σε βαθμό που να χάνει την ισορροπία της ή την προσωπική της ζωή, γιατί πάντα φρόντιζε να την έχει.

Το «Χάνομαι» ήταν ουσιαστικά μια ωδή σε αυτόν τον παλιό εαυτό και στα ανέμελα χρόνια μας. Και αυτός ήταν και ο λόγος που το επέλεξα: γιατί πάντα λειτουργώ με βάση την έμπνευση, την αλήθεια και το πώς νιώθω τη δεδομένη στιγμή.

Τώρα που αυτό το κεφάλαιο αρχίζει κάπως να κλείνει και μπαίνω σε μια πιο όμορφη και ίσως πιο ξέγνοιαστη περίοδο -δεν είμαι ακόμα εκεί, αλλά προς τα εκεί πηγαίνω- ένιωσα ότι ήρθε η στιγμή και για το «Γρανίτα Λεμόνι».

Είναι ένα εντελώς διαφορετικό vibe: πολύ pop, πολύ dance και πολύ κεφάτο. Δεν ξέρω ακόμα πότε θα κυκλοφορήσει, γιατί θέλω πρώτα να το έχω διαμορφώσει ακριβώς όπως το φαντάζομαι. Δεν έχω βρει ημερομηνία κυκλοφορίας. Θέλω να το αφήσω να με πάει εκεί που θα με βγάλει από μόνο του.

 

Πιστεύεις ότι με το «Γρανίτα Λεμόνι» θα είχε περισσότερες πιθανότητες να κερδίσεις τον «χείμαρρο» Ακύλα?

Ξέρεις τι; Νομίζω πως όχι. Ήταν πραγματικά όπως το είπες, ένας χείμαρρος. Αυτό ήταν ένα momentum ξεκάθαρα κομμένο και ραμμένο για τον Ακύλα. Έπρεπε να πάει.

Γενικά, πιστεύω πολύ στο σύμπαν και στο κάρμα. Ένιωθα ότι ήταν η στιγμή του. Δηλαδή, όποιος κι αν ερχόταν, ακόμα και μια καλλιτέχνιδα σαν τη Loreen, πιστεύω πως πάλι εκείνος θα επικρατούσε. Ήταν η στιγμή του, ας πούμε. Κάπως ένιωθα ότι ήταν «γραμμένο» να συμβεί έτσι.

 

Αν ήμασταν τώρα σε ένα μπαρ και σε ρωτούσα «Θέλεις μια γρανίτα λεμόνι ή μια βότκα βύσσινο;», τι θα διάλεγες;

Αυτή τη στιγμή θα διάλεγα γρανίτα λεμόνι. Υπάρχει, βέβαια, και μια σχετική ιστορία πίσω από αυτό, που συνδέει το «Βότκα Βύσσινο» με το «Γρανίτα Λεμόνι» και εξηγεί πώς ενώνονται αυτά τα δύο τραγούδια, αλλά δεν θα την αποκαλύψω ακόμα.

 

Φέτος εμφανίζεσαι στο Κέντρο Αθηνών μαζί με τον Κωνσταντίνο Αργυρό και τη Δέσποινα Βανδή. Τι πήρες από τη συνεργασία σου με αυτούς τους δύο σπουδαίους αλλά πολύ διαφορετικούς μουσικά, από εσένα, καλλιτέχνες;

Αυτό ήταν κάτι που με είχε αγχώσει πάρα πολύ στην αρχή, γιατί, όπως είπες κι εσύ, μουσικά δεν έχουμε πολλά κοινά στοιχεία.

Παρόλα αυτά, είδα ότι ο κόσμος με αγκάλιασε πραγματικά θερμά, τόσο του Κωνσταντίνου όσο και της Δέσποινας. Ένιωσα ότι με αποδέχτηκαν και, κατά κάποιον τρόπο, με αφήνουν να «ζεστάνω» το κοινό πριν το πιο δυνατό πρόγραμμα που ακολουθεί.

Είχα τον φόβο ότι ίσως δεν ταιριάξω, αλλά τελικά συνέβη το αντίθετο. Και αυτό που έχω κρατήσει από τον Κωνσταντίνο και τη Δέσποινα είναι αυτή η μαγεία και το ταλέντο τους στο να δημιουργούν κέφι και να απογειώνουν ένα μαγαζί.

Έχουν την ικανότητα, με το ταπεραμέντο, το κέφι, τη σκηνική τους παρουσία και φυσικά τις φωνές τους, να σε σηκώνουν από την καρέκλα χωρίς δεύτερη σκέψη. Σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν γίνεται να μείνεις καθιστός και αυτό είναι πραγματικά σπουδαίο.

Πριν από δύο εβδομάδες έκλεισες τα 25. Έχεις συνειδητοποιήσει όλο αυτό που γίνεται με την επαγγελματική σου πορεία τα τελευταία χρόνια, μιας και είσαι από τις πλέον αναγνωρίσιμες φωνές της Ελλάδας;

Για να σου πω την αλήθεια, όχι. Είμαι γενικά αρκετά αυστηρή ως άνθρωπος και κυρίως με τον εαυτό μου. Είμαι αυστηρή στη δουλειά μου, στις συνεργασίες μου, σε όλα.

Επειδή έχω πάρα πολλά όνειρα και νιώθω ότι έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου, πολλές φορές το βλέπω κάπως σαν… «εντάξει, και τι έγινε;», αν καταλαβαίνεις τι εννοώ.

Παρόλα αυτά, νιώθω μεγάλη ευγνωμοσύνη, γιατί ξέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω με απίστευτο ταλέντο που παλεύουν πολύ για να τους δοθεί έστω και η μισή ευκαιρία από αυτές που έχω λάβει εγώ. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να μην το λαμβάνω υπόψιν μου.

Από την άλλη, όταν μένω μόνη με τις σκέψεις μου, παραμένω πολύ προσγειωμένη, λέω στον εαυτό μου «εντάξει, σιγά, δεν είσαι και κάτι». Κατάλαβες.

 

Ποια θεωρείς ότι ήταν η δική σου ευκαιρία;

Η δική μου ευκαιρία ήταν ο Sol. Η γνωριμία μου μαζί του, με το όραμά του και με το ταλέντο του, έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Εγώ τότε ήμουν ακόμα πολύ μικρή, σχεδόν εφηβάκι, η «παλιά Marseaux», όπως σου είπα. Δεν σκεφτόμουν καθόλου το μέλλον, ζούσα αποκλειστικά στο παρόν. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που, αν το σκεφτώ τώρα, ίσως να ήταν και λίγο αυτοκαταστροφικό για μένα, γιατί δεν σκεφτόμουν τίποτα για το μετά. Τίποτα απολύτως.

 

Θυμάσαι ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που γράψατε;

Το πρώτο τραγούδι μου ever ήταν το «Μια φορά και έναν καιρό». Ήταν επίσης το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησα σε στούντιο, το πρώτο που τραγούδησα live, αλλά και το πρώτο που ανέβηκε στο YouTube και είδαμε για πρώτη φορά το όνομα Μαρσό, γραμμένο «Marseaux».

Ουσιαστικά, ήταν το πρώτο-πρώτο μου τραγούδι. Ήμουν τότε 16-16,5 χρονών και τώρα που το συνειδητοποιώ, πραγματικά μου φαίνεται απίστευτο.

 

Όπως είπες, ο Sol είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για σένα. Πως ξεκίνησε η συνεργασία σας και τι ήταν αυτό που σας “έδεσε” καλλιτεχνικά αλλά και σαν άνθρωποι;

Γνωριστήκαμε τελείως τυχαία. Τότε ο Sol είχε αναλάβει τους WNC, ένα rap συγκρότημα, και μέσω μιας κοινής φίλης από τη Ραφήνα έμαθα ότι έψαχνε μια φωνή για ένα συγκεκριμένο κομμάτι, το «Μια φορά και έναν καιρό».

Εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να «κυκλοφορεί» στη Ραφήνα -που δεν είναι και μεγάλη περιοχή- ότι τραγουδάω. Μου πρότεινε, λοιπόν, να δοκιμάσω να πω το ρεφρέν. Μου είπε «θα είναι μια ωραία εμπειρία» και συμφώνησα.

Θυμάμαι ότι γνωριστήκαμε σε έναν φούρνο στο Πικέρμι και κανονίσαμε να πάω στο στούντιο. Όταν έφτασα, συνειδητοποίησα ότι το «στούντιο» ήταν ουσιαστικά το υπνοδωμάτιό του, με ένα μικρόφωνο μέσα σε μια ντουλάπα. Τον ρώτησα «αυτό είναι το στούντιο;» και μου απάντησε «ναι, τι περίμενες, δεν υπάρχει φράγκο».

Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Άκουσα το πρώτο τραγούδι και υπεργούσταρα. Εκείνο το Σάββατο έμεινα μέχρι πολύ αργά, μιας και δεν είχα σχολείο την επόμενη και τελικά κανονίσαμε να ξαναβρεθούμε και την επόμενη μέρα.

Από εκεί και πέρα, το ένα τραγούδι έφερνε το άλλο. Γράψαμε κι άλλα κομμάτια, ξαναβρεθήκαμε πολλές φορές με την ομάδα, και κάπως έτσι έγινα σταθερό μέλος.

Ουσιαστικά, όλα ξεκίνησαν από μια… ντουλάπα.

 

Το “Για πάντα και λίγο ακόμα” θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ένα τραγούδι “σταθμός” στην καριέρα σου. Ποια είναι η ιστορία πίσω από το τραγούδι;

Είχαμε πάει με τον Sol στον γάμο μιας πολύ καλής του φίλης, της Στέβης. Και γενικά με τους γάμους είμαι πάρα πολύ ευσυγκίνητη. Πολύ όμως! Γενικά να ξέρεις κλαίω συνέχεια, αν στενοχωρηθώ, αν συγκινηθώ, αν χαρώ, ακόμα και στους γάμους. Εκεί που χορεύουν τα ζευγάρια, παθαίνω θέμα.

Ο Sol, επίσης, είναι πολύ ευσυγκίνητος και ευαίσθητος. Έτσι, κλαίγαμε μαζί στο γάμο της Στέβης και λέγαμε «πω πω, πόσο όμορφο είναι να χορεύεις σε ένα τέτοιο τραγούδι σε έναν γάμο». Και τότε ήρθε η ιδέα: να δημιουργήσουμε το «Για πάντα και λίγο ακόμα», ένα τραγούδι που θα μπορούν να αφιερώνουν οι άνθρωποι στα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Παρόλο που είναι ένα ερωτικό τραγούδι και μεταξύ μας δεν είχαμε ερωτική σχέση, θέλαμε να είναι ένα τραγούδι που να μπορούμε να αφιερώνουμε ο ένας στον άλλο. Η έμπνευση ήρθε και από το branding της Ρενέ, που ονομάζεται επίσης «Για πάντα και λίγο ακόμα». Έτσι, το τραγούδι προέκυψε σαν ένα συνονθύλευμα πολλών όμορφων στιγμών και συναισθημάτων.

 

Υπάρχει κάποια στιγμή στην καριέρα σου ως τώρα που ένιωσες ότι “τώρα κάτι αλλάζει”;

Θυμάμαι μια χαρακτηριστική ιστορία από τα πρώτα μου βήματα. Είχα ήδη κυκλοφορήσει κάποια κομμάτια και είχα ένα αρκετά φανατικό κοινό, αν και δεν ήμουν ευρύτερα πολύ γνωστή. Ένιωθα ότι κάτι μπορούσε να γίνει παραπάνω. Ήταν επίσης η περίοδος που κυκλοφορήσαμε με την Έλενα Παπαρίζου το «Déjà vu». Θυμάμαι λοιπόν να πηγαίνουμε κάπου με τον μπαμπά μου με το αυτοκίνητο όταν μου είπε έπρεπε να σταματήσουμε σε ένα βενζινάδικο για να βάλει βενζίνη.

Εκεί, το παιδί που έβαζε βενζίνη -που σημειωτέον δεν γνώριζα- έρχεται στο παράθυρο μου και μου λέει: «Είσαι η Marseaux;». Γύριζει κι ο μπαμπάς μου από δίπλα και με ρωτάει: «Είναι φίλος σου από το σχολείο;» και του λέω «Μπαμπά, δεν τον ξέρω». Και το παιδί συνέχισε: «Ακούω τη μουσική σου, σε ξέρω». Ήταν η πρώτη φορά που με αναγνώρισε κάποιος που δεν γνώριζα, στον δρόμο. Και το πιο τρελό; Ήταν εκεί και ο μπαμπάς μου παρόν. Μείναμε όλοι σοκαρισμένοι. Μου είπε: «Απίστευτο!»

Από εκείνη την περίοδο με το «Déjà vu» ένιωσα ότι κάτι άλλαζε. Είχα ήδη ένα δικό μου κοινό, μπορούσα να κάνω live με χίλια άτομα! Ήταν πολύ δυνατό. Απλώς, εκείνη την περίοδο δεν ήμουν ακόμα στο mainstream στερέωμα, ήμουν λίγο πιο underground.

 

Επαγγελματικά τί να περιμένουμε από εσένα μελλοντικά;

Συνεχίζουμε τη σεζόν με την “Οικογένεια Αντάμς -The Musical”, που θα πάει μέχρι τις 20 Απριλίου, καθώς έχουμε πάρει παράταση. Στο Κέντρο Αθηνών θα εμφανιζόμαστε μέχρι τις 23 Μαΐου.

Σύντομα θα κυκλοφορήσω το «Γρανίτα Λεμόνι» και θα το ανεβάσω επίσης στο TikTok, ώστε να το παρουσιάσω πιο ολοκληρωμένα.

Επίσης πιστεύω ότι φέτος είναι επιτέλους η χρονιά για να βγάλω καινούριο δίσκο. Έχω ήδη ξεκινήσει δουλειά με τον Sol και έχουμε ολοκληρώσει κάποια βασικά κομμάτια. Έχουμε ήδη δύο τραγούδια έτοιμα, και ανυπομονώ πραγματικά για αυτόν τον δίσκο.

Τέλος θα κάνω συναυλίες το καλοκαίρι, θα περιοδεύσω, όπως κάνω κάθε χρόνο και το μόνο σίγουρο είναι πως δεν πρόκειται να μείνω κλεισμένη σε ένα δωμάτιο.

 

Ποιο είναι το μότο σου στη ζωή;

Συνέντευξη: Θοδωρής Κολλιόπουλος

Ακολουθήστε το SounDarts.gr στοGoogle News.

Βρείτε μας επίσης στοYouTube, στοSpotify, στοFacebook, στοInstagramκαι στοTikTok

Back To Top