Το νέο σου album «Μουσικός Δείπνος» είναι καθ’ οδόν. Ποια ιστορία κρύβεται πίσω από τη σύλληψη της ιδέας; Πώς γεννήθηκε αυτό το concept;
Η ιδέα γεννήθηκε όταν συνειδητοποίησα ότι κάποια από τα τραγούδια μου, τα οποία το κοινό είχε αγαπήσει ιδιαίτερα και ήταν από τα πιο δημοφιλή μου, είχαν ενορχηστρώσεις που με τα χρόνια άρχισαν να με κουράζουν. Ένιωσα την ανάγκη να τα ανανεώσω, να τους δώσω μια νέα πνοή.
Έτσι μπήκα στη διαδικασία της επανεπεξεργασίας τους, ξεκινώντας από το «Love Story» και την «Πάστα Φλώρα». Στην πορεία, γεννήθηκε η σκέψη: “γιατί να μην δημιουργήσω ένα concept album στο οποίο τα τραγούδια αυτά θα ερμηνεύονται από γυναικείες φωνές;”. Άλλωστε, συχνά άκουγα σχόλια του τύπου «θα ταίριαζε πολύ αυτό το τραγούδι σε μια γυναικεία φωνή».
Αποφάσισα, λοιπόν, να προχωρήσω σε ένα δικό μου project, συγκεντρώνοντας καλλιτέχνιδες που θα ήθελαν να συμμετάσχουν και να δώσουν τη δική τους ματιά στα τραγούδια. Ήθελα το άλμπουμ να είναι αμιγώς γυναικείο.
Στην ουσία, πρόκειται για μια ωδή στη γυναίκα και σε όλες εκείνες που μου έκαναν την τιμή να ερμηνεύσουν τραγούδια μου, χαρίζοντάς τους το δικό τους ηχόχρωμα και μια νέα, ζωντανή διάσταση.
Τι καινούριο θα ακούσουμε μέσα από το «Μουσικό Δείπνο»;
Στο «Μουσικό Δείπνο» ο ακροατής θα συναντήσει τόσο νέες ενορχηστρώσεις όσο και γνώριμες, επαναπροσεγγισμένες εκδοχές τραγουδιών. Σε κάποια κομμάτια οι ενορχηστρώσεις έχουν ανανεωθεί πλήρως, ενώ σε άλλα διατηρούνται πιο κοντά στην αρχική τους μορφή.
Το βασικό στοιχείο που τα διαφοροποιεί είναι η γυναικεία ερμηνεία, η οποία δίνει μια εντελώς νέα διάσταση στα τραγούδια. Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις τα κομμάτια έχουν αποδοθεί και στα ελληνικά, αποκτώντας έτσι μια νέα γλωσσική και εκφραστική ταυτότητα.
Το album είναι γεμάτο συνεργασίες ερμηνευτριών. Πώς έκανες την επιλογή των συνεργάτιδων σου και τι διαφορετικό φέρνει η καθεμιά στο «Μουσικό Δείπνο»;
Η επιλογή των καλλιτεχνών έγινε με βάση αυτό που άκουγα μέσα μου για κάθε τραγούδι – ποια φωνή θα ταίριαζε ιδανικά στο ύφος και την ατμόσφαιρά του.
Για παράδειγμα, η «Σπαστά Φλώρα», με το έντονο λαϊκό στοιχείο και το μπουζούκι του Χρήστου Σκόνδρα, ένιωσα ότι θα ταίριαζε σε μια σύγχρονη λαϊκή φωνή· έτσι προέκυψε η συνεργασία με τη Νεφέλη Φασούλη. Η Μαρία Παπαγεωργίου, που αποτελεί μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική μου αγάπη, ανέλαβε το «Love Story», το οποίο μεταφέρθηκε στα ελληνικά ως «Λαβ Φορ Έβερ».
Με την Ανδριάνα Μπάμπαλη, με την οποία έχουμε ήδη μια κοινή πορεία, δημιουργήσαμε και ένα ολοκαίνουργιο κομμάτι, το «Θέλω», που δεν υπήρχε προηγουμένως. Η Μαρίζα Ρίζου έδωσε τη δική της ξεχωριστή χροιά στο «Νέα Αρχή», ενώ στο album συμμετέχουν και νεότερες καλλιτέχνιδες, καθεμία με τη δική της ταυτότητα.
Η Ερωφίλη Παναγιωταρέα ερμηνεύει το «Εδώ» (το «Ici» από το «Erotica»), η Νατάσσα Γιαναράκη την «Αγκαλιά» στη γαλλική της εκδοχή, η Εύη Μάζη τον «Τρελό», ένα τραγούδι από το “Minimal to Maximal” του 2012 που αποδόθηκε στα ελληνικά- ενώ η Λόλα Γιαννοπούλου συμμετέχει με το «Ταγκό της Ηδονής», την ελληνική εκδοχή του «Tonight».
Κάθε συνεργασία προσθέτει ένα διαφορετικό ηχόχρωμα και μια ξεχωριστή ερμηνευτική ματιά, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός πολυφωνικού και ζωντανού μουσικού κόσμου.
Υπάρχει κάποιο τραγούδι που αισθάνεσαι ότι εκφράζει περισσότερο την ταυτότητα του album;
Θα έλεγα πως περισσότερο από ένα συγκεκριμένο τραγούδι, είναι ο συνολικός ήχος και η αισθητική που διαμορφώνουν την ταυτότητα του album. Δεν υπάρχει απαραίτητα ένα κομμάτι που να την εκπροσωπεί απόλυτα.
Αν, ωστόσο, έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι ως σημείο αναφοράς, αυτό θα ήταν το εναρκτήριο κομμάτι, η «Αβάσταχτη Ελαφρότητα Ενός Ανέμελου Καλοκαιριού», στην instrumental εκδοχή του. Νομίζω πως λειτουργεί ως ιδανικό intro, βάζοντας τον ακροατή στο κλίμα και την ατμόσφαιρα του «Μουσικού Δείπνου» και δίνοντας το πρώτο στίγμα της αισθητικής του.
Συνολικά, τι πρόκειται να ακούσει το κοινό στο «Μουσικό Δείπνο» και ποια είναι η αίσθηση που θέλεις να αφήσει αυτό το album;
Η βασική αίσθηση που θα ήθελα να αφήσει το «Μουσικό Δείπνο» είναι, πέρα από την ωδή στη γυναίκα, η δύναμη και το ιδιαίτερο χρώμα που μπορεί να φέρει μια γυναικεία φωνή σε κάθε έκφανση της ζωής.
Πάνω απ’ όλα, όμως, θέλω να μεταφέρω την ιδέα του «μουσικού δείπνου» ως μια πράξη συνάντησης: να ερχόμαστε κοντά, να επικοινωνούμε, να μοιραζόμαστε – είτε μέσα από τη συζήτηση, είτε μέσα από τη μουσική, είτε απλώς μέσα από την κοινή εμπειρία.
Μέσα από τα τραγούδια, το κοινό θα συναντήσει θεματικές όπως ο έρωτας, η αγάπη, η συντροφικότητα, η ανεμελιά, το δικαίωμα στο όνειρο, η αισιοδοξία και η τρυφερότητα. Υπάρχει έντονα και το στοιχείο του ρομαντισμού – μια συνειδητή αντίστιξη στην πεζότητα, τη σκληρότητα και τη σκοτεινιά της εποχής μας.
Είναι, τελικά, μια συλλογή από ζεστά, ανθρώπινα συναισθήματα· αυτά που συνήθως αναζητούμε γύρω από ένα τραπέζι – έναν χώρο που, ειδικά στην ελληνική κουλτούρα, παραμένει βαθιά συνδεδεμένος με την επαφή, τη μοιρασιά και την ουσιαστική επικοινωνία.
Αν μου επιτρέπεις, αυτό που περιγράφεις το μεταφέρεις και στα live σου. Τι ρόλο παίζει η σκηνική ατμόσφαιρα και η αισθητική στις εμφανίσεις σου;
Στα live θα έλεγα ότι το πηγαίνω ένα βήμα παραπέρα. Εκεί αναζητώ ακόμα πιο έντονα την επαφή και την απελευθέρωση — τόσο για μένα όσο και για το κοινό.
Πλέον, οι ζωντανές εμφανίσεις είναι και η δική μου «έξοδος». Θέλω να περνάω καλά και να το μεταδίδω αυτό στον κόσμο, αλλά και να τον κάνω συμμέτοχο σε αυτή την εμπειρία. Γι’ αυτό η σκηνική ατμόσφαιρα και η αισθητική παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Δεν με ενδιαφέρει απαραίτητα κάτι εντυπωσιακό ή υπερπαραγωγή. Αυτό που με νοιάζει είναι η ζεστασιά του χώρου, η αμεσότητα και η δυνατότητα ουσιαστικής επικοινωνίας. Να μπορεί ο κόσμος να λαμβάνει αυτό που δίνω και εγώ, αντίστοιχα, να εισπράττω την ενέργειά του. Αυτή η αμφίδρομη σχέση είναι που κάνει την εμπειρία ζωντανή και αληθινή – και τελικά, αυτό που μας επιτρέπει να περνάμε όλοι πραγματικά καλά.
Δισκογραφικά είσαι ενεργός εδώ και 18 χρόνια. Δημιουργικά, έχεις αλλάξει τον τρόπο που προσεγγίζεις τη μουσική; Και αν ναι, σε τι επίπεδο;
Νομίζω πως από το 2017 και μετά, με αφετηρία το “Erotica”, μπήκα πιο έντονα σε μια αισθητική που παραπέμπει σε παλαιότερες δεκαετίες, κυρίως στα ’60s και ακόμη περισσότερο στα ’70s.
Μέχρι τότε, σε δουλειές όπως το “High Times”, η προσέγγιση ήταν διαφορετική, τόσο σε επίπεδο ενορχηστρώσεων όσο και επιρροών. Αντίθετα, albums όπως το “Erotica”, το “Easteria” και το “Seven” έχουν σαφείς αναφορές σε εκείνη την εποχή και έναν πιο vintage ήχο.
Αυτή η κατεύθυνση είναι κάτι που συνεχίζω να κρατάω, γιατί με εκφράζει βαθιά. Μου αρέσει ο αναλογικός, «ζεστός» ήχος και νιώθω ότι εκεί βρίσκω ένα δημιουργικό καταφύγιο – έναν χώρο για να πειραματιστώ, να μελετήσω και να αντλήσω έμπνευση.
Η σύγχρονη μουσική, με κάποιες εξαιρέσεις, δεν μου δίνει το ίδιο ερέθισμα. Υπάρχουν, βέβαια, καλλιτέχνες και σχήματα που ξεχωρίζω, όπως οι Khruangbin, οι Altın Gün, οι Tame Impala ή οι Sababa 5. Παρ’ όλα αυτά, η βασική μου κατεύθυνση παραμένει αυτή – αν και ίσως στο μεθεπόμενο άλμπουμ υπάρξει μια νέα στροφή.
Αν πάμε πιο πίσω, από ποιους καλλιτέχνες θα έλεγες ότι έχεις επηρεαστεί;
Οι επιρροές είναι πολλές και ξεκινούν από πολύ νωρίς. Στα παιδικά μου χρόνια υπήρχαν έντονα pop ερεθίσματα, με καλλιτέχνες όπως ο Michael Jackson, ενώ στην εφηβεία μπήκαν στη ζωή μου οι grunge ήχοι, με συγκροτήματα όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam.
Αργότερα, καλλιτέχνες όπως ο Moby, αλλά και συγκροτήματα της βρετανικής σκηνής, όπως οι Belle & Sebastian, διαμόρφωσαν σημαντικά το μουσικό μου γούστο. Στη συνέχεια ήρθε και η ενασχόληση με την ηλεκτρονική μουσική, μέσα από συλλογές και δισκογραφικές που κινούνταν στον χώρο της electronica και της techno.
Γενικότερα, παρακολουθώ οτιδήποτε μου κινεί το ενδιαφέρον, το ακούω, το μελετώ και, με έναν τρόπο, το αφομοιώνω δημιουργικά. Τα τελευταία χρόνια, ξεχωρίζω ιδιαίτερα καλλιτέχνες όπως οι Khruangbin και οι Altın Gün, που με επηρεάζουν αισθητικά και ηχητικά.
Αν ξεκινούσες τώρα τη μουσική σου πορεία, πιστεύεις ότι θα έκανες κάτι διαφορετικά;
Ειλικρινά, δεν είμαι σίγουρος. Ίσως να με απασχολούσε περισσότερο η επιλογή ανάμεσα σε μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία και την ανεξάρτητη πορεία, γιατί αυτό από μόνο του αποτελεί ένα ενδιαφέρον «what if».
Αν το έβλεπα σαν ταινία με δύο διαφορετικά τέλη, θα ήθελα να μπορούσα να δω και τις δύο εκδοχές. Ωστόσο, είμαι πολύ ικανοποιημένος από τη διαδρομή μου μέχρι σήμερα. Έχω καταφέρει να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα, να ζω από τη μουσική και να διατηρώ τον σεβασμό προς τον εαυτό μου και την αξιοπρέπειά μου.
Φυσικά, έχουν υπάρξει και λάθη, όπως συμβαίνει σε κάθε πορεία. Όταν προχωράς και εξελίσσεσαι, είναι αναπόφευκτο να κάνεις και λανθασμένες επιλογές. Αυτό είναι μέρος της διαδικασίας. Και, τελικά, δεν είμαι βέβαιος αν, έχοντας τη δυνατότητα, θα άλλαζα πραγματικά κάτι.
Συνέντευξη: Ηλέκτρα Λήμνιου


