Skip to content

Σε μια εποχή όπου η μουσική σκηνή συχνά μοιάζει προβλέψιμη, οι Skelters εμφανίζονται σαν εκρηκτικό κύμα ενέργειας που παρασύρει τα πάντα. Με τον χαρακτηριστικό, ωμό ήχο τους και την αστείρευτη δύναμη που κουβαλούν στις φλέβες τους, το συγκρότημα συνεχίζει να χαράζει τη δική του πορεία, μακριά από φόρμες και περιορισμούς. Κάθε τους εμφάνιση μοιάζει με κάλεσμα σε μια νύχτα όπου οι κιθάρες παίρνουν φωτιά και η αδρεναλίνη γίνεται ο απόλυτος οδηγός.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, οι Skelters ανοίγουν τα χαρτιά τους και μιλούν με την αφοπλιστική ειλικρίνεια που τους χαρακτηρίζει. Ανατρέχουν σε στιγμές που τους καθόρισαν, σε riffs που γεννήθηκαν μέσα σε μικρά δωμάτια και σε live που άφησαν σημάδια — από εκείνα τα όμορφα, τα ανεξίτηλα. Αναλύουν την εξέλιξή τους, τις μουσικές συγκρούσεις που τους έσπρωξαν μπροστά και την ανάγκη να παραμένουν αυθεντικοί, ακόμα κι όταν το ρεύμα πάει κόντρα.

Η συζήτηση μαζί τους μοιάζει με ένα ταξίδι στα backstage μιας μπάντας που ζει για τη σκηνή. Με λόγια άμεσα, γεμάτα πάθος και καθαρό rock ’n’ roll φρόνημα, οι Skelters μας βάζουν στον πυρήνα της φιλοσοφίας τους: να παίζουν δυνατά, να δημιουργούν αληθινά και να μένουν πιστοί σε αυτό που τους έκανε να πιάσουν τα όργανα από την πρώτη στιγμή. Ένα intro που προϊδεάζει για μια συνέντευξη γεμάτη ένταση, ιστορίες και μουσική που δεν μπαίνει σε κανένα καλούπι.

Η πορεία σας ξεκινά από το 2001 στη Θεσσαλονίκη, με έναν ήχο που συνδυάζει το κλασικό ροκ με σύγχρονα στοιχεία. Τι σας ώθησε τότε να δημιουργήσετε τους The Skelters και ποιο ήταν το μουσικό όραμα της μπάντας στα πρώτα της βήματα;

Angel: Αυτό που μας οδήγησε να φτιάξουμε το συγκρότημα το 1996 ήταν οι Beatles, ουσιαστικά θέλαμε να είμαστε αυτοί! To όραμα που είχαμε και εξακολουθούμε να έχουμε είναι να αλλάξουμε τον κόσμο με την μουσική μας, να κάνουμε τον κόσμο πιο χαρούμενο, να νιώθει όμορφα συναισθήματα όπως νιώσαμε και εμείς όταν ακούγαμε το αγαπημένο μας συγκρότημα.

Μετά από τόσα χρόνια, πώς νιώθετε ότι έχει εξελιχθεί ο ήχος σας; Τι παραμένει αναλλοίωτο στην ταυτότητά σας από την αρχή μέχρι σήμερα;

Angel: Πλέον έχουμε μεγαλύτερη εμπειρία σε όλους τους τομείς — και φυσικά μουσικά. Ο ήχος μας έχει ωριμάσει, έχουμε πειραματιστεί με διαφορετικά στυλ και προσεγγίσεις, χωρίς όμως να χάνουμε την ταυτότητά μας. Αυτό που παραμένει αναλλοίωτο είναι πως ο βασικός τραγουδιστής στο συγκρότημα είμαι εγώ, στα drums βρίσκεται ο Dani και οι τριφωνίες που κάνουμε στα τραγούδια μας. Το μουσικό μας DNA παραμένει ίδιο: η μελωδικότητα και η προσήλωσή μας στη μουσική.

Η χημεία μεταξύ σας φαίνεται να είναι καθοριστικός παράγοντας. Πώς δουλεύετε ως τριάδα; Ποια είναι η δυναμική ανάμεσα στον Angel Harvits, τον Daniel Charavitsidis και τον Kostis Vogiatzoglou μέσα στη δημιουργική διαδικασία;  

 Angel: Ο τρόπος που δουλέψαμε ως τριάδα για αυτό το album ήταν πολύ φυσικός και αυθόρμητος. Ο Kostis ερχόταν στο home studio μας και αρχίζαμε να τζαμάρουμε πάνω σε ιδέες μου ή σε riffs που είχα ήδη έτοιμα ή που προκύπταν εκείνη τη στιγμή. Συνήθως η βάση ήταν οι μπασογραμμές μου, πάνω στις οποίες ο Kostis πρόσθετε τις δικές του κιθαριστικές και φωνητικές ιδέες, ενώ ο Dani συνέβαλε με τις δικές του προσεγγίσεις στα drums και επιπλέον ιδέες για φωνητικά ή επιμέρους μέρη των κομματιών. Ηχογραφούσαμε τις πρόβες, τις ακούγαμε επιτόπου και έτσι αποφασίζαμε τι θα αλλάξουμε και τι θα κρατήσουμε. Μόλις “κλείδωνε” κάθε τραγούδι, το ξαναηχογραφούσε ο καθένας τα δικά του parts από την αρχή στο δικό του studio. Στη συνέχεια, ο Kostis ανέλαβε τη μίξη ολόκληρου του album.Η δυναμική μας λειτούργησε εξαιρετικά, γιατί ο καθένας συμπλήρωνε τον άλλον — και αυτός ο αλληλοσυμπληρωματικός τρόπος εργασίας είναι και ο λόγος που το αποτέλεσμα ακούγεται τόσο δεμένο.

Kostis: Τα τραγούδια στο συγκεκριμένο album βγήκαν σε συνολική προσπάθεια και απ’ τους τρείς μας. Κάποια είναι φτιαγμένα στο studio με τους στίχους να συμπληρώνονται μετά, κάποια άλλα με τους στίχους έτοιμους από πριν. Το συναρπαστικό είναι πως όλα συμπληρώνονται σχεδόν αυτόματα, τα Riff,οι μπασσογραμμές, και ο ρυθμός. Μετά μπορούμε να επιλέξουμε ποια φωνή θα τραγουδήσει ποιο κομμάτι ή ποιες θα κάνουν τα φωνητικά.

Τα προηγούμενα albums σας, “Explain Τo Me”, “Revive” και τώρα το “Con Man’s Chronicles”, δείχνουν μια σταθερή εξέλιξη. Τι πιστεύετε ότι διαφοροποιεί περισσότερο το νέο album από τις παλαιότερες δουλειές σας;

Angel: Βασικό στοιχείο διαφοροποίησης είναι ότι πλέον είμαστε τρία μέλη στη μπάντα και ότι στην κιθάρα, τα φωνητικά και σε κάποια τραγούδια  στην κύρια φωνή βρίσκεται ο Kostis Vogiatzoglou. Εγώ πλέον δεν ηχογράφησα κιθάρες όπως στα προηγούμενα albums, αλλά συνέθεσα και έπαιξα το μπάσο στις ηχογραφήσεις. Άλλο χαρακτηριστικό είναι η απουσία ερωτικών τραγουδιών ή μπαλαντών.

Επιπλέον, σε αυτόν τον δίσκο δουλέψαμε ομαδικά κατά τη διάρκεια των προβών, ενώ στα προηγούμενα albums υπήρχαν αρκετά τραγούδια που είχα συνθέσει εγώ και οι υπόλοιποι απλώς πρόσθεταν τα δικά τους μέρη στις πρόβες. Για παράδειγμα, το “What I’m Gonna Do” ήταν ένα κομμάτι που είχα ήδη συνθέσει, αλλά ο Stavros Amanatidis (lead κιθάρα, φωνητικά 2001–2016) βοήθησε τροποποιώντας ένα ακόρντο και μια μελωδία σε μία φράση, ενώ ο Thodoris Nikolaou (2003–2023) πρόσθεσε μια πολύ ωραία μπασογραμμή. Από τον πρώτο δίσκο, τα κομμάτια “See How Much I Love You” και “Explain To Me” ήταν εξ ολοκλήρου δικές μου συνθέσεις. Κάθε ένας από τους τρεις δίσκους φέρει μια μοναδική ηχητική ταυτότητα, ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους.

Το “Con Man’s Chronicles” είναι ένα concept album με έντονη θεματική. Ποια ήταν η αφετηρία αυτής της ιδέας; Τι θέλατε να εκφράσετε μέσα από αυτή την αφηγηματική δομή;

Angel: Angel: Ενώ είχαμε ήδη ξεκινήσει τη δημιουργία των νέων τραγουδιών, ο Dani πρότεινε να κάνουμε ένα concept album — και αυτή η ιδέα μάς ενθουσίασε. Έτσι γεννήθηκε ο “Con Man”, ένας χαρακτήρας που αρχικά εμπνεύστηκε από έναν συγκεκριμένο ιδιοκτήτη χώρου στη Θεσσαλονίκη, αλλά τελικά εξελίχθηκε σε ένα πιο γενικό σύμβολο.

Φυσικά, δεν ήταν ο μόνος. Ο “Con Man” συμβολίζει όλες εκείνες τις περσόνες που συναντήσαμε κατά καιρούς: ανθρώπους που βλέπουν τους καλλιτέχνες ως “αναλώσιμους”, που ενδιαφέρονται μόνο για το ταμείο, τις γνωριμίες και τον εαυτό τους.

Μέσα από το album σατιρίζουμε λίγο αυτό το “είδος ανθρώπου”, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύουμε και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι καλλιτέχνες όταν προσπαθούν να δημιουργήσουν κάτι όμορφο, ενώ γύρω τους κάποιοι κοιτάζουν μόνο το πορτοφόλι, το εγώ τους και… ό,τι άλλο τους συμφέρει.

Αν έπρεπε να συνοψίσετε το κεντρικό μήνυμα του δίσκου, ποιο θα ήταν;

Dani: Το κεντρικό μήνυμα του δίσκου είναι ότι όταν κάποιος άνθρωπος είναι νάρκισσος, αν δεν κάνει ουσιαστική προσπάθεια αυτοβελτίωσης, θα παραμείνει στην διαταραχή του και θα συνεχίσει να βλάπτει τους ανθρώπους που τον περιβάλουν.

Το album ξεκινά με το ορχηστρικό “Legacy”. Ποια ήταν η καλλιτεχνική σας πρόθεση πίσω από αυτό το άνοιγμα; Πώς θέλατε να προϊδεάσετε τον ακροατή;

Dani: Το “Legacy” είναι ουσιαστικά το Overture τραγούδι που συνηθίζεται να ανοίγει ένα concept-album. Έχει μέσα διάφορα μουσικά θέματα από όλο το album σε διαφορετική μορφή, έτσι ώστε ο ακροατής όταν θα ακούσει το υπόλοιπο album να έχει οικεία ακούσματα χωρίς όμως να έχει άμεση αναφορά. Δηλαδή μετά από μερικές φορές που θα ακούσει το album θα αρχίσει να ξεχωρίζει τα από που προέρχονται τα μουσικά θέματα. Σίγουρα θέλαμε με το άνοιγμα του δίσκου να ακούσει κάτι δυναμικό και για αυτό το λόγο ξεκινάει με έντονα drums.

Τα τραγούδια “That’s Right” και “Awesome” είχαν ήδη κυκλοφορήσει πριν το album. Πώς κατέληξαν να αποτελέσουν μέρος του συνολικού concept και πού “κάθονται” μέσα στη ροή της ιστορίας που αφηγείστε;

Dani: Τα δύο αυτά τραγούδια ήταν δικιά μας επιλογή σαν πρώτα singles βγαλμένα από το album διότι πιστεύουμε ότι έχουν μουσικά και στιχουργικά άμεση σχέση με το concept του album. Στο “Awesome” παρουσιάζουμε τον βασικό χαρακτήρα της ιστορίας. Έτσι ο ακροατής μπορεί να καταλάβει ποιος είναι και σε συνδυασμό με το σατυρικό βίντεο κλιπ που κυκλοφορήσαμε, μπορεί να έχει μία πρώτη εικόνα. Το δεύτερο τραγούδι “That’s Right” είναι και αυτό ένα από τα πιο mainstream τραγούδια του album όπου ουσιαστικά σε αυτό το τραγούδι στιχουργικά ο ακροατής μπορεί να έχει μία ολοκληρωμένη άποψη για το concept του album.

Οι τίτλοι όπως “Lonely Rider”, “Falling Thunder”, “Down To Earth” και “A Never Ending Story” παραπέμπουν σε έντονα συναισθηματικά και κινηματογραφικά τοπία. Ποιο από αυτά θεωρείτε ότι αντιπροσωπεύει καλύτερα το πνεύμα του δίσκου και γιατί;

Kostis: Το “Α Never Ending Story” ως το καταληκτικό κομμάτι, πιστεύω πως είναι το πιο αντιπροσωπευτικό, καθώς μας δίνει την ουσία της εσωτερικής πάλης του ήρωά μας με τις ελπίδες και τους εφιάλτες του, παρόλη την αποτυχία του να βελτιωθεί ως άνθρωπος.Επίσης μας δίνει και εμάς την ευκαιρία, λόγω της διάρκειάς του, να επεκταθούμε μουσικά.

Οι συναυλίες σας είναι γνωστές για την ενέργεια και το πάθος που μεταδίδετε. Πόσο σημαντικός είναι για εσάς ο ζωντανός ήχος και με ποιον τρόπο επηρεάζει τη σύνθεση των τραγουδιών σας;

Dani: Οι συναυλίες είναι καθοριστικές για τη μπάντα μας. Το κοινό όλα αυτά τα χρόνια μας αγάπησε διότι στις συναυλίες μας δίνουμε τον εαυτό μας είτε παίζουμε σε λίγο κόσμο είτε σε πολύ. Ο κόσμος συμμετέχει και έτσι η ατμόσφαιρα που δημιουργείται είναι θετική και από τις δύο πλευρές. Το νέο μας albumδημιουργήθηκε για να μπορεί να παιχτεί ζωντανά όπως είναι στη studio μορφή του. Θέλαμε να κάνουμε ένα album που όποιος το ακούσει στην audio μορφή του, να μην ακούσει κάτι διαφορετικό, την live μορφή του. Για αυτό το λόγο υπάρχουν ελάχιστα overdubs, τα οποία δεν επηρεάζουν τον ακροατή στη συνολική ακουστική εμπειρία.

Τι να περιμένει το κοινό από τις ζωντανές εμφανίσεις που θα συνοδεύσουν το “Con Man’s Chronicles”; Θα δούμε κάτι διαφορετικό στη σκηνική σας ταυτότητα;

Dani: Σίγουρα ζωντανές μας εμφανίσεις θα είναι διαφορετικές διότι θα παίζουμε όλο το ConMan’sChronicles όπως φτιάχτηκε για να παιχτεί όλο από την αρχή μέχρι το τέλος. Σίγουρα θα υπάρξουν κάποια σκηνικά που δεν έχει ξαναδεί κάποιος από εμάς και σίγουρα ο σκοπός μας είναι οι θεατές να μείνουν εντυπωσιασμένοι από αυτό που θα δουν και θα ακούσουν.

Σε μια εποχή όπου τα μουσικά είδη μπλέκονται και η αγορά αλλάζει συνεχώς, πώς πιστεύετε ότι διατηρείτε την ισορροπία ανάμεσα στην κλασική ροκ βάση σας και τη σύγχρονη αισθητική που ενσωματώνετε;

Kostis: Με το να είμαστε αληθινοί.Απο την αρχή της δημιουργίας του νέου album, θελήσαμε να αποφύγουμε την “περπατημένη” και τα στερεότυπα, και να ακολουθήσουμε τη μουσική όπως διαμορφώθηκε στο studio καθώς παίζαμε.Μ’αυτον τον τρόπο διατηρούμε την ηχητική ταυτότητα της μπάντας αποφεύγοντας τις ετικέτες, με φρέσκια ηχητική προσέγγιση.

Αν κάποιος δεν έχει ξανακούσει τους The Skelters, με ποιο τραγούδι -είτε παλιό είτε νέο- θα θέλατε να σας γνωρίσει για πρώτη φορά;

Angel:  Δύσκολη η απάντηση σε αυτό το ερώτημα! Θα διαλέξω όμως ένα νέο κομμάτι, και νομίζω ότι το “That’s Right” είναι ιδανικό για να μας γνωρίσει κάποιος για πρώτη φορά. Περιέχει πολλά από τα βασικά μας στοιχεία: τις Beatles επιρροές μας, τις χαρακτηριστικές μας διφωνίες και τριφωνίες, αλλά και έναν πιο σύγχρονο ήχο.

Στο μπάσο έχω βάλει και κάποιες “disco” ή χορευτικές πινελιές, επηρεασμένες λίγο και από τα ’70s, ενώ ταυτόχρονα το κομμάτι παραμένει πολύ «απλό» και άμεσο στο άκουσμα — μπορείς εύκολα να το χαρακτηρίσεις και ποπ και ροκ. Νομίζω πως αυτό το τραγούδι αποτυπώνει με έναν ωραίο τρόπο ποιοι είμαστε σήμερα.

Tι επιφυλάσσει το μέλλον για τους The Skelters μετά το “Con Man’s Chronicles”; Υπάρχουν ήδη ιδέες για το επόμενο δημιουργικό σας βήμα;

Kostis: Οι ζωντανές εμφανίσεις είναι το ζητούμενο, καθώς πιστεύω πως το καινούριο album είναι ιδανικό για ένα δυναμικό live.Οπωσδήποτε θα ακολουθήσει και καινούριος δίσκος σε μορφή συλλογής τραγουδιών αυτή τη φορά.

Ποιο είναι το μότο σας στη ζωή;

Συνέντευξη: Θοδωρής Κολλιόπουλος

Ακολουθήστε το SounDarts.gr στοGoogle News.

Βρείτε μας επίσης στοYouTube, στοSpotify, στοFacebook, στοInstagramκαι στοTikTok

Back To Top