Skip to content

Η VASSIŁINA κινείται μουσικά ανάμεσα σε Αθήνα και Λονδίνο, αλλά η καρδιά της φαίνεται να χτυπά σε δύο ρυθμούς ταυτόχρονα. Από τις πρώτες της εμφανίσεις μέχρι τις πρόσφατες συνεργασίες της, η ίδια πειραματίζεται με ήχους, αισθητική και θεματολογία, φέρνοντας στο προσκήνιο μια φρέσκια και δυναμική προσέγγιση στη σύγχρονη ελληνική σκηνή. Η μουσική της δεν είναι μόνο ήχος, αλλά ένας τρόπος να αφηγηθεί ιστορίες, να μοιραστεί συναισθήματα και να δημιουργήσει κόσμους που σε καλούν να μπεις μέσα.

Το 2026 ξεκινά με ένα live που ήδη έχει προκαλέσει buzz: στο ΙΛΙΟΝ Plus θα συναντηθούν δύο κόσμοι στη σκηνή —ο δικός της και του Kristof— σε μια μοναδική σύμπραξη που υπόσχεται «twisted παραμύθι», ανάμεσα σε club, pop και ονειρικές εικόνες. Μέσα από αυτές τις συνεργασίες, η VASSIŁINA δεν μοιράζεται μόνο μουσική, αλλά και κομμάτια της ζωής της, από την queer σκηνή μέχρι την pop, φέρνοντας στο φως εμπειρίες που διαμορφώνουν τη δική της ταυτότητα και τον τρόπο που βλέπει τη μουσική.

Για εκείνη, το songwriting και οι συνεργασίες είναι κάτι παραπάνω από μουσική διαδικασία. Είναι η επικοινωνία, η οικειότητα και η δυνατότητα να βγει από το comfort zone της, όπως συνέβη με το “Lovelace” των Kadebostany, που τη μετέφερε σε διεθνείς σκηνές και νέες παραγωγικές εμπειρίες. Κάθε συνεργασία, λέει, κουβαλά κομμάτια της προσωπικής της ιστορίας, από τη ζωή σε διαφορετικές πόλεις μέχρι τους ανθρώπους που συναντάει «στο ενδιάμεσο».

Και φυσικά, για τη VASSIŁINA η μουσική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το visual κομμάτι. Ο τελευταίος δίσκος της, “Υπαρξιακό”, γράφτηκε μέσα σε μια εβδομάδα και συνδυάζει αβίαστη μουσική με ξεκάθαρη αισθητική αφήγηση. Το πρώτο single, “Καταδίκη”, έρχεται με εντυπωσιακό video clip, γεμάτο δυναμισμό, πειραματισμό και εικόνες που αποτυπώνουν την ένταση του κομματιού — το πώς νιώθεις “παγιδευμένος” και θέλεις να ξεφύγεις, αλλά δεν μπορείς. Είναι μια ολοκληρωμένη εμπειρία VASSIŁINA, μουσική και οπτική, που καλεί τον ακροατή να μπει στον κόσμο της.

: Vinyl Face

Ζεις και κινείσαι καλλιτεχνικά ανάμεσα στην Αθήνα και το Λονδίνο. Πώς επηρεάζει αυτή η διπλή βάση τον ήχο, τη θεματολογία και τη στάση σου απέναντι στη μουσική βιομηχανία;

Η αλήθεια είναι ότι πλέον η βάση μου είναι περισσότερο η Αθήνα. Παρ’ όλα αυτά, ο βασικός μου συνεργάτης είναι Άγγλος και αποτελεί, με έναν τρόπο, το άλλο μου μουσικό μισό. Ταυτόχρονα, νιώθω ότι η καρδιά μου αρνείται ακόμη να αφήσει το Λονδίνο. Η επιστροφή μου από εκεί στην Αθήνα έγινε μέσα στην περίοδο του COVID και αυτά τα δύο χρόνια είναι κάπως «σβησμένα» στο μυαλό μου. Στην πραγματικότητα, όμως, βρίσκομαι πέντε χρόνια στην Αθήνα, οπότε είναι λίγο παράδοξο να λέω πια ότι η βάση μου είναι το Λονδίνο. Προσπαθώ, ωστόσο, να κρατάω και τις δύο πόλεις ενεργές στη ζωή και τη δουλειά μου.

Το Λονδίνο μου έδωσε πάρα πολλά στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τόσο τη μουσική βιομηχανία όσο και τη μουσική γενικότερα. Εκεί αγάπησα πραγματικά την pop. Όταν ήμουν φοιτήτρια και ζούσα στη Θεσσαλονίκη, υπήρχε ένας σνομπισμός της alternative σκηνής απέναντι στην pop, αλλά και από τη δική μου πλευρά. Ήταν σαν να φοβόμασταν να την αγγίξουμε. Το Λονδίνο με απενοχοποίησε σε αυτό το κομμάτι και άνοιξε σημαντικά τους μουσικούς μου ορίζοντες.

Παράλληλα, εκεί άρχισα να εστιάζω περισσότερο στην παραγωγή και να αναλαμβάνω η ίδια τις παραγωγές μου. Στο μυαλό μου, η μουσική στην Ελλάδα συνδέεται πολύ με το «μοιράζομαι» και με το ίδιο το δημιουργικό κομμάτι. Το songwriting, για παράδειγμα, νιώθω ότι είναι πιο δυνατό για μένα εδώ. Αντίθετα, το τεχνικό σκέλος και η συνολική αισθητική τα αντλώ περισσότερο από την εμπειρία μου στην Αγγλία.

Αυτό σχετίζεται και με τις υποδομές. Στην Ελλάδα υπάρχει περιορισμένη στήριξη και λιγότερες δυνατότητες για εναλλακτικούς και ανεξάρτητους καλλιτέχνες, ενώ τα φεστιβάλ που μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικό βήμα είναι λίγα. Στην Αγγλία, αντίθετα, οι καλλιτέχνες μεγαλώνουν μέσα σε μια κουλτούρα μεγάλων φεστιβάλ και χτίζουν τα live set τους έχοντας αυτά ως βασικό σημείο αναφοράς. Το πώς στήνεται ένα project για να παρουσιαστεί σε φεστιβαλικό περιβάλλον παίζει καθοριστικό ρόλο. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται και η βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες.

Το 2026 ξεκινά με ένα live στο ΙΛΙΟΝ Plus μαζί με τον Kristof. Τι να περιμένουμε να δούμε από αυτή την σύμπραξη;

Παράνοια. Πρόκειται για ένα πολύ ονειρικό live και, ειλικρινά, ούτε εμείς δεν ξέρουμε ακόμη πώς ακριβώς θα εξελιχθεί. Το ανακαλύπτουμε μέρα με τη μέρα. Είναι διαφορετικό από οτιδήποτε έχουμε κάνει μέχρι τώρα, γιατί δεν θέλαμε το κλασικό format όπου εμφανίζεται πρώτα ο Kristof και μετά εγώ, σαν δύο ξεχωριστά acts.

Αντίθετα, έχουμε δημιουργήσει κάτι ενιαίο και πολύ ιδιαίτερο, που θα παρουσιαστεί μόνο μία φορά. Θα μοιραστούμε τη μπάντα μου και θα φέρουμε στη σκηνή ολόκληρο τον κόσμο του Kristof, με την έννοια ότι οι δύο αυτοί κόσμοι θα συγχωνευτούν και θα λειτουργήσουν ως ένας. Αυτό με ενθουσιάζει ιδιαίτερα, γιατί η συνεργασία προέκυψε πολύ αβίαστα.

Με μαγεύει ο τρόπος που ο Kristof χτίζει τα live του: κάθε φορά σε μεταφέρει σε ένα μαγικό τοπίο, σε έναν δικό του κόσμο, και σε βάζει μέσα σε αυτόν. Είναι κάτι που αγαπώ και εγώ πολύ στα δικά μου live, οπότε η συνάντηση αυτή έγινε απολύτως φυσικά. Σαν να συναντήθηκαν οι κόσμοι μας και να γεννήθηκε κάτι καινούργιο. Τελικά, αυτό το live είναι ένα πείραμα: μια προσπάθεια να δούμε τι κόσμος θα δημιουργηθεί σε αυτό το «ενδιάμεσο».

Μας εξήγησες πως οι «δύο κόσμοι σας συναντιούνται στο ίδιο stage». Μπορείς όμως να εντοπίσεις και πού διαφέρουν;

Νομίζω ότι διαφέρουμε αρκετά στις ποιότητές μας. Ο Kristof, για μένα, είναι από τους πιο δυνατούς songwriters που έχει αυτή τη στιγμή η σκηνή μας. Αυτό που χτίζει μοιάζει με καμπαρέ: έχει τρομερή ευφράδεια λόγου και μια έντονη εξωστρέφεια. Παρόλα αυτά, η μουσική του απαιτεί από τον ακροατή να αφήσει χώρο, να σταθεί και να σκεφτεί τι ακριβώς θέλει να πει και ποιες εικόνες δημιουργεί. Ο τρόπος που αφηγείται είναι σχεδόν παραμυθένιος· όλα λειτουργούν σαν μια αλληγορία, σαν μια παρομοίωση.

Σε αντίθεση, η δική μου μουσική έχει μεγαλύτερη απλότητα στο songwriting. Είναι πιο άμεση και πιο ξεκάθαρη ως προς το τι θέλω να πω, λιγότερο συμβολική σε σχέση με τη δική του προσέγγιση. Ηχητικά, κινείται ίσως σε πιο dark και cluby μονοπάτια.

Ακριβώς αυτές οι διαφορές είναι που κάνουν τη σύμπραξη ενδιαφέρουσα. Νιώθω ότι θα προκύψει ένας ωραίος συνδυασμός: ένα παραμύθι που συναντά το club, ένα κάπως twisted παραμύθι.

Το dress code “Dreamless Sleep” ακούγεται σχεδόν τελετουργικό. Πώς συνδέεται με το concept του live;

 Νομίζω ότι θέλαμε να βρούμε ένα κοινό σημείο αναφοράς. Τόσο στα κομμάτια του Kristof όσο και στα δικά μου -όπως το Bad Omen- μιλάμε πολύ για τα όνειρα, και αυτό ένιωσα ότι έγινε φυσικά το σημείο σύνδεσής μας. Όπως σου είπα, προέκυψε πολύ αβίαστα.

Μας αρέσει γενικά να ντυνόμαστε, αλλά και να εντάσσουμε το κοινό μέσα στο live. Μου αρέσει όταν πηγαίνεις σε μια συναυλία και καλείσαι, αν το θέλεις, να σκεφτείς λίγο παραπάνω. Φυσικά, δεν είναι υποχρεωτικό να ντυθεί κάποιος με βάση το dress code· όποιος θέλει μπορεί απλώς να έρθει όπως είναι. Όμως για όσους θέλουν να εμπνευστούν και να αντλήσουν κάτι από τον τίτλο ή από τους κόσμους μας, θέλαμε να δώσουμε αυτό το άνοιγμα.

Η ιδέα είναι να έρθει ο κόσμος σαν όντα βγαλμένα από ένα όνειρο -από το δικό τους όνειρο- και να συναντηθεί με το δικό μας όνειρο μέσα στο live. Αυτός ο διάλογος μεταξύ των δύο είναι και η ουσία του «Dreamless Sleep».

Μέσα στο 2025 κυκλοφόρησες μια σειρά από συνεργασίες, ξεκινώντας με το “Red Flag” με τη Dolly Vara. Ακολούθησε το “Δολίνη” με τον Tsolimon και τον Totalwerk και το “Fever Ride” με την Τάμτα. Οι συνεργασίες φαίνεται να αποτελούν βασικό κομμάτι της καλλιτεχνικής σου διαδρομής. Τι ψάχνεις σε έναν άνθρωπο για να μοιραστείς τη σκηνή ή το στούντιο;

Σίγουρα την επικοινωνία. Δεν μπορώ να κάνω συνεργασίες αν δεν νιώθω οικεία με το άλλο άτομο ή αν δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου. Πριν ξεκινήσω να γράφω τον ελληνόφωνο δίσκο μου, υπήρξαν διάφορες συνεργασίες σε projects άλλων καλλιτεχνών —όπως με τους Turbo Flow, τον Pan Pan και άλλους— που μου ζήτησαν να γράψω για εκείνους. Μέσα από αυτές συνειδητοποίησα ότι άνοιγε ένα κομμάτι έμπνευσης και ανακάλυψης ήχων και τρόπων songwriting που μέχρι τότε δεν είχα αγγίξει. Αυτό μου έφερε τεράστιο excitement.

Όταν άρχισα να δουλεύω τον δικό μου δίσκο, ένιωθα ότι δεν ήθελα να είναι μια μοναχική διαδικασία. Ξεκίνησε αρκετά πειραματικά, γιατί ήταν ο πρώτος ελληνόφωνος δίσκος μου. Παρότι βγήκε αβίαστα, υπήρχε και το άγχος της μετάβασης — από τα αγγλικά στα ελληνικά. Εκεί ένιωσα ότι χρειαζόμουν και μια μορφή ψυχολογικής υποστήριξης. Έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά το κομμάτι των συνεργασιών για τον καινούριο μου δίσκο.

Κάθε συνεργασία στον νέο σου δίσκο φαίνεται να κουβαλά και μια προσωπική σημασία. Πώς συνδέονται αυτοί οι άνθρωποι με τη δική σου διαδρομή και τις διαφορετικές φάσεις της ζωής σου;

Αρχικά, η ιδέα ήταν να γίνει ένα EP αποκλειστικά με συνεργασίες, αλλά τελικά εξελίχθηκε σε έναν ολόκληρο δίσκο. Για μένα, όμως, κάθε συνεργασία έχει και έναν συμβολικό χαρακτήρα. Ο δίσκος μιλά πολύ για το πώς είναι να έχεις ζήσει σε διαφορετικά μέρη — από τις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη, στο Λονδίνο και στην Αθήνα — και πώς μέσα από αυτές τις μετακινήσεις χτίζεις διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητάς σου, αλλά και μέσα από τους ανθρώπους που συναντάς στο ενδιάμεσο.

Η κάθε συνεργασία συνδέεται με ένα κομμάτι της προσωπικής μου ιστορίας. Η Dolly Vara, για παράδειγμα, συμβολίζει τον δυναμισμό που βρήκα στην queer σκηνή, όλη την έμπνευση και την υποστήριξη που έχω πάρει από αυτήν. Τη θαυμάζω πάρα πολύ και τη θεωρώ μία από τις πιο σημαντικές artists, όχι μόνο στην queer σκηνή αλλά και γενικότερα στη rap σκηνή, οπότε δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο ουσιαστική συνεργασία.

Ο Tsolimon, αντίστοιχα, άγγιξε τη “Δολίνη” με τεράστια φροντίδα στο songwriting. Παρότι πρόκειται για ένα ερωτικό κομμάτι —και πάντα είχα έναν προβληματισμό για το πώς γράφεις ένα ερωτικό τραγούδι μαζί με έναν cis straight άντρα— έφερε ακριβώς την ευαισθησία που έψαχνα. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα.

Τέλος, η συνεργασία με την Τάμτα, ήταν καθοριστική για πολλούς λόγους. Συνδέεται και με την αρχή της πορείας μου σε μια νέα δισκογραφική, την Kiki, την οποία έχει ιδρύσει η ίδια και όπου νιώθω πραγματικά σαν οικογένεια, με πολλή στήριξη. Παράλληλα, είναι μια artist που επαναπροσδιορίζει την pop στην Ελλάδα χωρίς κόμπλεξ. Αυτό για μένα ήταν τεράστιο, γιατί ως θηλυκότητα συνειδητοποίησα ότι αγαπώ την pop, ακούω pop, αλλά πάντα φοβόμουν να το δείξω, μήπως δεν με πάρουν σοβαρά.

Η συνεργασία μας με έφερε σε επαφή με έναν δυναμισμό και μια εξωστρέφεια που δεν ήξερα ότι έχω — ή που ίσως προσπαθούσα να κρύψω. Και αυτό ήταν από μόνο του μια πολύ ουσιαστική εμπειρία.

Θέλω να σταθώ σε μια συνεργασία σου που κυκλοφόρησε το 2022, το «Lovelace» με τους Kadebostany, η οποία σε έφερε πιο κοντά σε ένα διεθνές κοινό. Πώς βίωσες αυτή την εμπειρία;

Ήταν απίστευτη, με την έννοια ότι δεν θα το περίμενα ποτέ. Άκουγα πολύ τους Kadebostany όταν ήμουν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, οπότε όλο αυτό έμοιαζε κάπως εξωπραγματικό. Η αρχή έγινε όταν άνοιξα τη συναυλία τους, γνωριστήκαμε και ξαφνικά κατέληξα στο Παρίσι να συνεργάζομαι με τον Guillaume (Bozonnet). Από εκεί και μετά μπήκα και στην μπάντα τους.

Όλη αυτή η διαδικασία ήταν πολύ surreal. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι το ζω. Μου έδωσε τεράστια εμπειρία, τόσο στο κομμάτι του touring όσο και στο πώς είναι να συνεργάζεσαι μέσα σε μια μεγάλη παραγωγή. Εκεί φαίνεται ξεκάθαρα η διαφορά με την Ελλάδα: στο εξωτερικό υπάρχουν υποδομές, υπάρχουν φεστιβάλ, υπάρχει μια ολόκληρη δομή που μπορεί να στηρίξει ένα σχήμα. Αυτό για μένα ήταν ένα απίστευτο σχολείο.

Παράλληλα, ήταν πολύ σημαντικό και σε επίπεδο songwriting. Το «Lovelace» ανήκει σε ένα είδος αρκετά διαφορετικό από αυτό στο οποίο συνήθως γράφω και κάνω παραγωγές. Δεν ήταν μια συνεργασία όπου απλώς συμμετείχα ως τραγουδίστρια, ούτε κάτι οικείο για μένα. Ήταν μια εντελώς διαφορετική διαδικασία γραφής, ένα πολύ δυνατό training ως songwriter, και αυτό το κρατάω ως κάτι πολύτιμο από όλη την εμπειρία.

Υπάρχει κάποια συνεργασία που σε έβγαλε εντελώς από το comfort zone σου — με καλό τρόπο;

 Νομίζω πως αυτή ήταν η πιο δύσκολη συνεργασία που έχω κάνει, ακριβώς γιατί συνήθως γράφω σε πιο οικείους δρόμους. Ο τρόπος που δουλεύαμε με τον Guillaume ήταν πολύ διαφορετικός και βασισμένος στην ανταλλαγή. Εκείνος μου έστελνε μια παραγωγή και εγώ, από άγχος, έγραψα εννιά διαφορετικά τραγούδια πάνω στο ίδιο υλικό.

Ο Guillaume έχει τρομερό ταλέντο στο να εντοπίζει το «hit» στοιχείο από κάθε ιδέα και να το συμπυκνώνει σε ένα κομμάτι. Για μένα αυτό ήταν εντελώς διαφορετικό από τη ροή που έχω συνήθως, όπου μπαίνω και γράφω ένα τραγούδι ως ενιαίο σύνολο. Εκεί η διαδικασία απαιτούσε να αφήνεις μια ιδέα, να πιάνεις μια άλλη, να δουλεύεις διαρκώς πάνω στο υλικό σου.

Ήταν απαιτητικό, αλλά ταυτόχρονα πολύ δημιουργικό. Με έμαθε να εμπιστεύομαι τη διαδικασία, να αποδεσμεύομαι από ιδέες και να βλέπω το songwriting με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Το επόμενο album σου αναμένεται στις αρχές του 2026 από την Kiki Records. Τι μπορείς να μας αποκαλύψεις για τη θεματολογία και τη διάθεσή του σε σχέση με το «Femmeland»;

 Καταρχάς, θα λέγεται “i.par.ksia.ko”. Νομίζω ότι αυτό τα λέει όλα από μόνο του. Είναι ο πιο αβίαστος δίσκος που έχω γράψει μέχρι τώρα και έχει πολλές συνεργασίες. Στην ουσία, τον έγραψα ολόκληρο σε μία εβδομάδα, μέσα σε μια έντονη υπαρξιακή κρίση.

Μιλά για ζητήματα ψυχικής υγείας, για την κατάθλιψη και για το πώς είναι να προσπαθείς, αλλά και να αφήνεις πίσω κάποια πράγματα χωρίς να θέλεις να εγκαταλείψεις άλλα. Έχει πολύ να κάνει με το να μην ξέρεις πού ανήκεις και με το να ψάχνεις τη θέση σου στον κόσμο.

Γι’ αυτό ήθελα να εμπλέξω πολλές συνεργασίες, ώστε κάθε άτομο να βάλει το δικό του λιθαράκι, είτε στο songwriting είτε στο φωνητικό κομμάτι. Είναι πολύ προσωπικός δίσκος, αλλά ταυτόχρονα πιο εξωστρεφής από το «Femmeland». Ο δίσκος θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο, αλλά έχουμε ήδη ένα single που βγαίνει σε μία εβδομάδα.

Θα είναι κι αυτό σε συνεργασία με κάποιον καλλιτέχνη;

Όχι, αυτός θα είναι ο πρώτος δίσκος όπου είμαι μόνη μου σε κάποια κομμάτια. Όπως σου είπα, αρχικά το project ξεκίνησε ως EP και θα ήταν μόνο με συνεργασίες, αλλά τελικά εξελίχθηκε σε ολόκληρο δίσκο. Υπάρχουν λοιπόν και κομμάτια στα οποία είμαι μόνη μου. Το συγκεκριμένο single θα είναι το πρώτο που υπογράφω μόνη μου και, παράλληλα, θα είναι και το τελευταίο single που θα κυκλοφορήσει πριν τον δίσκο.

Τι μπορείς να μας αποκαλύψεις σχετικά με αυτό;

Το single θα βγει με video clip και θα λέγεται “Katadiki”. Είναι ίσως το αγαπημένο μου video clip μέχρι σήμερα. Είναι μια μεγάλη παραγωγή -η μεγαλύτερη που έχω κάνει μέχρι τώρα- και γενικά συγκρούεται με το άλλο αγαπημένο μου, το “Red Flag”, που ήταν μια τελείως διαφορετική εμπειρία.

Η ιδέα για το video clip προέκυψε μαζί με έναν συνεργάτη μου, το Iokasti, το οποίο το χορογραφεί κιόλας. Μαζί με την ομάδα μου, Vinyl Face και τον Alex Brack που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, θελήσαμε να γυρίσουμε video clip για αυτό το κομμάτι ώστε να αποδώσει όλο το νόημα του.

Η «Καταδίκη» έχει δυναμισμό, αλλά και πειραματισμό -είναι πιο κοντά στη μουσική της Vassilina που έκανα παλιά, παρά σε αυτά που κάνω τώρα. Όταν γράφω μουσική και κάνω παραγωγές, σκέφτομαι πάντα και την οπτική πλευρά του πράγματος. Το κομμάτι μιλά για το πώς νιώθεις «παγιδευμένος» σε μια κατάσταση, πώς υπογράφεις τη δική σου καταδίκη, και πώς θέλεις να ξεφύγεις αλλά δεν μπορείς. Αυτή η ένταση είναι που θέλαμε να αναδείξουμε στο video clip.

Πόσο σε απασχολεί το visual κομμάτι σε σχέση με τη μουσική; Θα μπορούσε το ένα να υπάρξει χωρίς το άλλο;

Καλά, ναι, μπορεί να υπάρξει, αλλά για μένα προσωπικά όχι. Περνάω διάφορες υπαρξιακές φάσεις ζωής και εμπνέομαι πάρα πολύ από το αισθητικό κομμάτι. Μου είναι σημαντικό γιατί μου αρέσει να χτίζω κόσμους και να εισάγω τον ακροατή σε αυτούς. Νιώθω ότι η μουσική από μόνη της δεν αρκεί για να καταλάβει κάποιος τι θέλω να πω.

Αυτό έχει να κάνει και με το πώς λειτουργεί ο εγκέφαλός μου: δημιουργεί πρώτα εικόνες, μετά ήχο και τέλος βγάζει νόημα συνολικά. Μου αρέσει πολύ να περιγράφω και να φτιάχνω εικόνες μέσα από τη μουσική. Βέβαια, αυτό μπορεί και να είναι παγίδα, γιατί κάποιες φορές σε αποπροσανατολίζει από το καθαρά μουσικό κομμάτι, και αυτό δεν το θέλω.

Στον τελευταίο δίσκο βασίστηκα περισσότερο στο μουσικό κομμάτι. Ο δίσκος γράφτηκε σε μόλις μία εβδομάδα. Στη συνέχεια, πήγαμε στο αισθητικό κομμάτι και δουλέψαμε το εξώφυλλο, το οποίο άνοιξε μια νέα κατεύθυνση και έδωσε νόημα. Έπειτα, ξανασυνεργάστηκα με τον Totalwerk στον παραγωγικό τομέα και ο δίσκος πήρε τελείως άλλη μορφή.

Συνολικά, η αφήγηση του δίσκου βασίζεται κυρίως στη μουσική, αλλά εμπνέεται και ολοκληρώνεται μέσα από το visual κομμάτι, οπότε για μένα τα δύο δεν μπορούν να υπάρξουν αποκομμένα.

Ποιο είναι το μότο σου στη ζωή;

Συνέντευξη: Θοδωρής Κολλιόπουλος

Ακολουθήστε το SounDarts.gr στοGoogle News.

Βρείτε μας επίσης στοYouTube, στοSpotify, στοFacebook, στοInstagramκαι στοTikTok

Back To Top