Η εκρηκτική επιτυχία του “Are You Gonna Be My Girl” δεν περιορίστηκε μόνο στα charts και στις πωλήσεις, αλλά επηρέασε ουσιαστικά και τον τρόπο με τον οποίο το κοινό κατανάλωνε μουσική στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Όταν η Apple αναζητούσε το κατάλληλο τραγούδι για να συνοδεύσει την παγκόσμια καμπάνια του iPod, επέλεξε το συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο έντυσε διαφημίσεις με χαρακτηριστικές σιλουέτες ανθρώπων που χόρευαν σε έντονα, πολύχρωμα φόντα, δημιουργώντας ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα διαφημιστικά concepts όλων των εποχών. Αυτή η συνεργασία απογείωσε τους Jet, μετατρέποντάς τους από μια ανερχόμενη μπάντα της Αυστραλίας σε παγκόσμιο φαινόμενο.
Ο frontman της μπάντας, Nic Cester, έχει περιγράψει εκείνη την περίοδο ως ένα ξεκάθαρο σημείο καμπής στη ζωή του, τονίζοντας ότι υπήρχε μια πραγματικότητα “πριν και μετά” το τραγούδι. Ήδη πριν την κυκλοφορία του album “Get Born”, η μπάντα είχε τραβήξει έντονο ενδιαφέρον από τα μέσα, με περιοδικά όπως το NME να τους χαρακτηρίζουν ως τη “μεγαλύτερη νέα μπάντα”. Η προσμονή κορυφώθηκε όταν μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες συγκεντρώθηκαν στο Σίδνεϋ για να τους υπογράψουν, οδηγώντας τελικά σε ένα από τα μεγαλύτερα δισκογραφικά συμβόλαια στην ιστορία της Αυστραλίας. Παρά την ήδη ανοδική πορεία, η χρήση του “Are You Gonna Be My Girl” από την Apple λειτούργησε ως καταλύτης που εκτόξευσε την επιτυχία τους σε άλλο επίπεδο.
Από εκείνο το σημείο και μετά, το τραγούδι έγινε σχεδόν πανταχού παρόν. Ακουγόταν σε μπαρ, μουσικά clubs, εμπορικά καταστήματα και τηλεοπτικές διαφημίσεις, όπως εκείνη της Vodafone, δημιουργώντας μια συνεχή παρουσία στην καθημερινότητα του κοινού. Ο Nic Cester είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς τη δυναμική του τραγουδιού, ακόμη και πριν ολοκληρωθούν οι στίχοι του. Όπως έχει αναφέρει, στις πρώτες ζωντανές εμφανίσεις της μπάντας συχνά τραγουδούσε ακατάληπτα λόγια με αυτοπεποίθηση, γνωρίζοντας ότι η ενέργεια και ο ρυθμός του κομματιού αρκούσαν για να κερδίσουν το κοινό. Η απλότητα και η αμεσότητα του τραγουδιού ήταν ακριβώς αυτά που το έκαναν τόσο εθιστικό.
Η επιτυχία αυτή παρέσυρε τους Jet σε μια ασταμάτητη πορεία εμφανίσεων, τηλεοπτικών συμμετοχών και φεστιβάλ. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές εκείνης της περιόδου ήταν η εμφάνισή τους στο Isle of Wight Festival το 2004, όπου το μέγεθος του κοινού ήταν τόσο εντυπωσιακό που ο Nic Cester ξέχασε τους στίχους του πρώτου τραγουδιού επί σκηνής, μέχρι που θυμήθηκε ότι ο τίτλος του κομματιού αποτελούσε και τον πρώτο στίχο. Παρά τα απρόοπτα, η μπάντα συνέχισε να εδραιώνει τη φήμη της ως ένα από τα πιο δυναμικά live acts της εποχής.
Η επιρροή της καμπάνιας του iPod έδωσε στο τραγούδι και μια δεύτερη ευκαιρία επιτυχίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου επανακυκλοφόρησε και έφτασε μέχρι τη θέση 16 των charts. Το βρετανικό κοινό συνδέθηκε άμεσα με τον ήχο των Jet, κυρίως λόγω των εμφανών επιρροών τους από τη βρετανική ροκ παράδοση. Ο Nic Cester έχει εξηγήσει ότι στόχος της μπάντας ήταν να δημιουργήσει αυθεντικό rock ‘n’ roll με έντονο χαρακτήρα, ρυθμό και “σεξαπίλ”, εμπνευσμένο από τραγούδια όπως το “You Can’t Hurry Love”, το “A Town Called Malice”, το “Last Nite” και το “My Generation”, τα οποία αποτέλεσαν τη βάση της αισθητικής τους.
Παρά τη μεγάλη αποδοχή από το κοινό, η μπάντα δεν απέφυγε την κριτική. Πολλοί τους κατηγόρησαν ότι αντέγραψαν το “Lust for Life” του Iggy Pop, κυρίως λόγω της χαρακτηριστικής κιθαριστικής γραμμής. Αν και αργότερα συνεργάστηκαν με τον ίδιο τον Iggy Pop σε μια διασκευή του “The Wild One”, γεγονός που έδειξε ότι δεν υπήρχε πραγματική ένταση μεταξύ τους, η συζήτηση γύρω από τις ομοιότητες παρέμεινε. Ο Nic Cester έχει εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για αυτές τις συγκρίσεις, χαρακτηρίζοντάς τες επιφανειακές και επισημαίνοντας ότι πολλές συνθέσεις μοιράζονται κοινά στοιχεία, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από τις ίδιες μουσικές ρίζες, όπως η Motown.
Σε προσωπικό επίπεδο, η δημιουργία του “Are You Gonna Be My Girl” συνδέεται άμεσα με την εφηβική ζωή του Nic Cester στη Μελβούρνη. Πριν την επιτυχία, ήταν ένας νεαρός που προσπαθούσε να βρει τον δρόμο του, συχνά χωρίς επιτυχία στις ερωτικές του προσπάθειες, κάτι που αποτυπωνόταν και στους αρχικούς, πιο απαισιόδοξους στίχους του τραγουδιού. Η αλλαγή στη θεματολογία, που οδήγησε στη γνωστή μορφή του κομματιού, έδωσε τελικά έναν πιο αισιόδοξο και άμεσο χαρακτήρα.
Κατά την περίοδο που έγραφε τα τραγούδια για το album “Get Born”, ο Nic Cester ζούσε σε ένα μικρό bungalow στην αυλή των γονιών του, αναζητώντας ανεξαρτησία και δημιουργικό χώρο. Παρότι οι συνθήκες δεν ήταν ιδανικές, εκεί γεννήθηκαν πολλές από τις ιδέες που διαμόρφωσαν τον ήχο της μπάντας. Μάλιστα, μια ιδιαίτερα παράξενη εμπειρία με μια φωλιά από αράχνες στο δωμάτιό του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τον χώρο, έχοντας όμως ήδη ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής του δουλειάς.
Η επιτυχία άλλων αυστραλιανών συγκροτημάτων, όπως οι The Vines, άνοιξε τον δρόμο για την παγκόσμια αναγνώριση του garage rock revival και έπεισε εταιρείες όπως η Capitol Records να επενδύσουν στους Jet. Η μεταφορά τους στο Λος Άντζελες για την ηχογράφηση του album “Get Born” αποδείχθηκε καθοριστική εμπειρία. Ο Nic Cester έχει περιγράψει την πόλη ως ιδανική για μουσική παραγωγή, αναφέροντας χαρακτηριστικά περιστατικά όπως η συνεργασία με τον θρυλικό Billy Preston, ο οποίος συμμετείχε στην ηχογράφηση έπειτα από μια απλή τηλεφωνική κλήση του παραγωγού. Όλη αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από νεανικό ενθουσιασμό, αυτοπεποίθηση και μια αίσθηση ότι όλα ήταν δυνατά, στοιχεία που αποτυπώθηκαν και στο τελικό αποτέλεσμα.
Έτσι, το “Are You Gonna Be My Girl” δεν ήταν απλώς ένα επιτυχημένο single, αλλά ένα πολιτιστικό φαινόμενο που συνδύασε μουσική, διαφήμιση και pop κουλτούρα, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της σύγχρονης ροκ μουσικής.