Κάποτε ακούστηκε σαν αστείο. Έπειτα σαν τρελή φήμη. Και τελικά, συνέβη: οι Foo Fighters εμφανίστηκαν ζωντανά στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Το σενάριο φάνταζε απίθανο, όμως το αποτέλεσμα ήταν μια από τις σημαντικότερες συναυλιακές βραδιές που έχει γνωρίσει η Ελλάδα – μια βραδιά όπου η ιστορία συνάντησε τη σύγχρονη ροκ μυθολογία.
Η παρουσία του Dave Grohl και της μπάντας του κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης δεν ήταν απόφαση κάποιας τολμηρής διοργανώτριας εταιρείας, ούτε καρπός υψηλής ζήτησης. Ήταν αποτέλεσμα μιας αλυσίδας συγκυριών. Η εκπομπή “Landmarks Live In Concert” του αμερικανικού PBS επέλεξε την Αθήνα ως σταθμό της, κι ευτυχώς για εμάς, αποφάσισε να φιλοξενήσει εκεί τους Foo Fighters – όπως είχε κάνει με την Alicia Keys στη Νέα Υόρκη και τον Andrea Bocelli στη Φλωρεντία.
Η παραχώρηση του Ηρωδείου σε ροκ συγκρότημα ήταν από μόνη της ένα μικρό θαύμα. Με τη συνεργασία του Υπουργείου Τουρισμού, της Εφορείας Αρχαιοτήτων και άλλων θεσμών, το αδιανόητο πήρε σάρκα και οστά. Και το βράδυ της 10ης Ιουλίου 2017, πέντε χιλιάδες θεατές – άλλοι τυχεροί, άλλοι… γρήγοροι – βρέθηκαν μπροστά σε ένα συναυλιακό γεγονός που όμοιό του δεν είχε προηγούμενο.
Από την αρχή φαινόταν πως κάτι μαγικό επρόκειτο να συμβεί. Ο Chad Smith, ντράμερ των Red Hot Chili Peppers και παρουσιαστής της εκπομπής, ανέβηκε πρώτος στη σκηνή. Λίγα λεπτά μετά, ο Dave Grohl, με τη γαλάζια του κιθάρα, έδινε το έναυσμα με το “Times Like These”, σε μια μοναδική εναρκτήρια a cappella στιγμή που «πάγωσε» το κοινό από συγκίνηση. Η υπόλοιπη μπάντα εμφανίστηκε σταδιακά και η συναυλία απέκτησε ρυθμό με τις διαχρονικές επιτυχίες “All My Life”, “Learn To Fly” και “The Pretender”.
Οι Foo Fighters, αποδεδειγμένα ένα από τα πιο δεμένα και αυθεντικά ροκ σχήματα των τελευταίων δεκαετιών, επιβεβαίωσαν την αξία τους με ένα δίωρο και πλέον set γεμάτο πάθος, δύναμη, χιούμορ και συγκίνηση. Παρουσίασαν συνολικά πέντε κομμάτια από το τότε επερχόμενο “Concrete and Gold” – ανάμεσά τους το σκοτεινό “Arrows”, που παίχτηκε για πρώτη φορά παγκοσμίως, και το εκρηκτικό “Run”, το οποίο έκλεισε το κυρίως μέρος της συναυλίας.
Δεν έλειψαν οι βαθιές βουτιές στο παρελθόν: το “My Hero” σήκωσε κύματα συγκίνησης, ενώ το “This Is A Call” μας θύμισε την εποχή που ο Grohl ξεκινούσε σόλο, κουβαλώντας ήδη το βάρος της παρακαταθήκης των Nirvana. Ο “παιδικός” χαρακτήρας της βραδιάς ενισχύθηκε όταν ο Dave κάλεσε την κόρη του Harper στη σκηνή για να παίξει τύμπανα στο “We Will Rock You” – μια απλή, μα ειλικρινής χειρονομία, που φανέρωνε τον άμεσο, ανθρώπινο χαρακτήρα της μπάντας.
Ενδιάμεσα, τα μέλη του συγκροτήματος συστήθηκαν στο κοινό παίζοντας μικρά αποσπάσματα από αγαπημένα τους τραγούδια: από Bon Jovi και Queen, μέχρι Ramones. Μια αυθόρμητη και ανεπιτήδευτη στιγμή που απέδειξε ότι οι Foo Fighters δεν παίρνουν τον εαυτό τους υπερβολικά σοβαρά – κι αυτό τους κάνει ακόμα πιο αγαπητούς.
Ακόμα κι αν ο ήχος δεν είχε τη δύναμη ενός σταδίου – λόγω της ιδιαιτερότητας του χώρου – ήταν απόλυτα καθαρός. Ο Grohl, αν και δεν διαθέτει την «τέλεια» φωνή, μεταδίδει τόση ένταση και συναίσθημα που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αμφισβήτηση. Κι όταν ήρθε η στιγμή για το “Best Of You”, το κοινό βίωσε ένα από τα κορυφαία sing-along των τελευταίων ετών σε ελληνικό έδαφος.
Η βραδιά έκλεισε χωρίς encore, όπως πάντα, με το “Everlong” – σε μια απογείωση συναισθημάτων. Δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Όπως είπε και ο ίδιος ο Dave: «Δεν λέμε ποτέ καληνύχτα, απλώς τελειώνουμε έτσι».
Και ναι, ήταν ένα ορόσημο. Όχι μόνο επειδή ένα παγκόσμιας εμβέλειας συγκρότημα έπαιξε μπροστά σε 5.000 άτομα στον πιο ιστορικό χώρο της Αθήνας. Αλλά επειδή εκείνη η νύχτα είχε κάτι το άυλο: μια ενέργεια, μια ομορφιά, μια αυθεντικότητα που δύσκολα περιγράφεται και ακόμα δυσκολότερα επαναλαμβάνεται.
Ήταν μια βραδιά που δικαίωσε τους φανατικούς, συγκίνησε τους πιο «ψυχρούς» και άφησε άφωνους τους «τυχαίους περαστικούς» που είχαν την τύχη να βρεθούν εκεί. Ο Grohl μίλησε για την ομορφιά του να μεγαλώνεις με μουσική, προτρέποντας τους γονείς να αγοράσουν ένα όργανο στα παιδιά τους. Ίσως κάποια μέρα να γίνουν και αυτά… Foo Fighters.
Για όσους βρέθηκαν εκεί, η βραδιά αυτή θα μείνει ανεξίτηλη. Για όσους δεν τα κατάφεραν, αρκεί να πουν μια λέξη: Everlong.