Reportage | Βρεθήκαμε στη μαγευτική παρουσίαση του νέου δίσκου της ILIA

Ζήσαμε από κοντά μια ατμοσφαιρική βραδιά γεμάτη μουσική, συναίσθημα και μοναδικές στιγμές, με αφορμή την κυκλοφορία ενός νέου δίσκου.
Info
Τοποθεσία: MAMMOT
Ημ/νία διεξαγωγής συναυλίας: 28 Απριλίου 2026
Φωτογραφίες/Video: SounDarts.gr
Photos

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
Το βράδυ της 28ης Απριλίου, στο κέντρο της Αθήνας, το Mammot μετατράπηκε σε έναν πολυαισθητηριακό πυρήνα τέχνης και μουσικής, φιλοξενώντας την παρουσίαση του δεύτερου album της ILIA, με τίτλο “LP2”. Όχι απλώς ένα listening party, αλλά μια προσεκτικά σκηνοθετημένη εμπειρία, που ισορρόπησε ανάμεσα στο performance art, τη συναυλιακή ατμόσφαιρα και την εικαστική εγκατάσταση.
Από νωρίς, ήδη πριν τις 20:00, ο κόσμος είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται έξω από τον χώρο, δημιουργώντας ένα κλίμα αναμονής που έμοιαζε περισσότερο με τελετουργική προετοιμασία παρά με τυπική προσέλευση σε μουσικό event. Φίλοι, συνεργάτες και ακροατές της ILIA συναντήθηκαν σε ένα κοινό σημείο αναφοράς: την επιθυμία να βιώσουν από κοντά το νέο της έργο, το οποίο είχε ήδη κυκλοφορήσει ψηφιακά στις αρχές Απριλίου, αλλά τώρα αποκτούσε σάρκα και οστά.
Η είσοδος στον χώρο του Mammot λειτουργούσε σχεδόν ως μετάβαση σε άλλη διάσταση. Περνώντας ανάμεσα από εικαστικά έργα, ο κόσμος οδηγήθηκε σε μια σκοτεινή αίθουσα, όπου κυριαρχούσε ένα μινιμαλιστικό αλλά φορτισμένο installation. Στο κέντρο, ένα μικρόφωνο «άνθιζε» μέσα από κρίνα, τοποθετημένα πάνω σε βαριά, μεταλλικά στοιχεία, ενώ μικρότερα άνθη ξεπηδούσαν διακριτικά γύρω του. Η εικόνα αυτή, ταυτόχρονα εύθραυστη και επιβλητική, συμπύκνωνε τη βασική αισθητική και θεματική ταυτότητα της ILIA: την ένωση του οργανικού με το βιομηχανικό, του εύθραυστου με το ανθεκτικό, του φωτός με το σκοτάδι. Την αναγέννηση μέσα από τη φύση.
Η ίδια η καλλιτέχνιδα εμφανίστηκε χωρίς επιτήδευση, με μια ηρεμία που λειτουργούσε σχεδόν υπνωτικά. Με σταθερή, συναισθηματικά φορτισμένη φωνή, καλωσόρισε το κοινό και εισήγαγε τη ροή της βραδιάς, δίνοντας το πλαίσιο για όσα θα ακολουθούσαν. Η παρουσίαση των κομματιών συνοδεύτηκε από προβολές music videos στον τοίχο, σε συνεργασία με τον Χάρη Νινιό, δημιουργώντας έναν συνεχή διάλογο μεταξύ ήχου και εικόνας. Δεν επρόκειτο για απλή οπτικοποίηση της μουσικής, αλλά για μια συμπληρωματική αφήγηση, όπου κάθε στοιχείο ενίσχυε το άλλο.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη συνολική παραγωγή της εμπειρίας. Ο ήχος, υπό την επιμέλεια του Γρηγόρη Μάγου, απέδωσε με καθαρότητα και βάθος τις δυναμικές του album, επιτρέποντας στις λεπτομέρειες να αναδυθούν χωρίς να χάνεται η συνοχή. Ο σχεδιασμός φωτισμού από τον Δημήτρη Κουτά και η επιμέλεια του Γιώργου Αθανασιάδη συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας: χαμηλοί τόνοι, εναλλαγές φωτός και σκιάς και στοχευμένες παρεμβάσεις που καθοδηγούσαν διακριτικά το βλέμμα του θεατή. Στον χώρο, μεταξύ άλλων, βρισκόταν κι ο Μιχάλης Δέλτα με τον οποίο συνεργάστηκαν και στην παραγωγή του δίσκου.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς, το κοινό δεν παρέμεινε απλός παρατηρητής. Αντίθετα, φάνηκε να ενσωματώνεται οργανικά στο δρώμενο. Υπήρχε μια σιωπηλή σύνδεση, μια αίσθηση συλλογικής συμμετοχής που δεν επιβλήθηκε, αλλά προέκυψε αυθόρμητα. Οι αποστάσεις μειώθηκαν, όχι μόνο χωρικά, αλλά και συναισθηματικά. Η ILIA κατάφερε να δημιουργήσει έναν ασφαλή, σχεδόν ιερό χώρο, όπου οι παρευρισκόμενοι μπορούσαν να αφεθούν χωρίς επιφυλάξεις.
Η κορύφωση της εμπειρίας ήρθε προς το τέλος, με ένα απρόσμενο αλλά απόλυτα συνεκτικό στοιχείο: ένα καθοδηγούμενο meditation, με soundtrack το κομμάτι “Meds in C”. Η ίδια η ILIA, παίζοντας λύρα, συνόδευσε ζωντανά τη διαδικασία, ενώ το κοινό, φορώντας μάσκες και παραμένοντας στο σκοτάδι, βυθίστηκε σε μια κατάσταση εσωτερικής παρατήρησης. Η μετάβαση από το σκοτάδι στο φως, κυριολεκτική και μεταφορική, λειτούργησε ως κάθαρση, ολοκληρώνοντας τη μυσταγωγική διάσταση της βραδιάς.
Πέρα από το καλλιτεχνικό σκέλος, το event είχε και έναν σαφή χαρακτήρα σύνδεσης με το φυσικό μέσο: την παρουσία περιορισμένου αριθμού βινυλίων, τα οποία υπογράφηκαν από την καλλιτέχνιδα, προσέθεσε μια απτή, συλλεκτική αξία στην εμπειρία. Σε μια εποχή όπου η μουσική καταναλώνεται κυρίως ψηφιακά, αυτή η επιστροφή στο αντικείμενο ενίσχυσε τη σχέση του ακροατή με το έργο.
Συνολικά, η παρουσίαση του “LP2” δεν ήταν απλώς μια προωθητική ενέργεια για έναν νέο δίσκο. Ήταν μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική πρόταση, που αξιοποίησε πολλαπλά μέσα για να αφηγηθεί μια ενιαία ιστορία. Η ILIA απέδειξε ότι αντιλαμβάνεται τη μουσική όχι ως απομονωμένο προϊόν, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος έκφρασης, όπου ο ήχος, η εικόνα, ο χώρος και το σώμα συνυπάρχουν.
Σε μια σκηνή που συχνά αναζητά νέους τρόπους σύνδεσης με το κοινό, το συγκεκριμένο event ξεχώρισε για την αυθεντικότητα και τη συνοχή του. Δεν βασίστηκε σε εντυπωσιασμούς, αλλά σε μια βαθιά κατανόηση της εμπειρίας που ήθελε να δημιουργήσει. Και αυτό ακριβώς ήταν που το έκανε να ξεχωρίσει: η αίσθηση ότι κάθε στοιχείο είχε λόγο ύπαρξης και συνέβαλλε σε κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του.




