skip to Main Content
Menu
Start Here

Start Here

  • Το Buena Vista Social Club ήταν χορευτική και μουσική λέσχη στην Αβάνα της Κούβας, που τη δεκαετία του 1940 αποτελούσε δημοφιλές μέρος συνάντησης για μουσικούς. Πενήντα χρόνια μετά το κλείσιμο του θρυλικού club της Κούβας, το «Buena Vista Social Club» που βρισκόταν στην «Calle 41» στην Αβάνα, ο Nick Gold της δισκογραφικής εταιρείας «World Circuit» και ο Ry Cooder, ο Αμερικανός κιθαρίστας, αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα ιδιαίτερο μουσικό project. Η ιδέα ήταν να φέρουν σε επαφή όλους τους ερμηνευτές, τους γνωστούς ως «soneros», που μεσουρανούσαν τις δεκαετίες των 30, 40 και 50 στην Κούβα. H μουσική ενός sonero αναφέρεται στις λατινικές του ρίζες, και πρόκειται για τραγουδιστές που είναι πάντα σε θέση να αυτοσχεδιάσουν πάνω σε αυτή.
  • Το δεκαετία του 1990, ύστερα από 50 σχεδόν χρόνια αφότου η λέσχη έκλεισε, το Buena Vista Social Club ενέπνευσε μια ηχογράφηση που έγινε από τον Κουβανό μουσικό Juan de Marcos González και τον Αμερικάνο κιθαρίστα Ry Cooder μαζί με παραδοσιακούς μουσικούς από την Κούβα, μερικοί εκ των οποίων ήταν βετεράνοι που είχαν παίξει μουσική στην λέσχη την εποχή της ακμής της.
  • Ηχογραφημένο το 1996, το πρώτο album αυτής της ιδιαίτερης ομάδας ονομάστηκε «Buena Vista Social Club», το οποίο τους απέφερε τεράστια επιτυχία κι έτσι κλήθηκαν να ερμηνεύσουν τη μουσική του σε πόλεις από το Amsterdam μέχρι τη Νέα Υόρκη, στα τέλη της δεκαετίας εκείνης. Ο ενθουσιασμός του κοινού για την κουβανέζικη μουσική σε παγκόσμια κλίμακα ενίσχυσε ώστε να κερδίσουν οι αγαπημένοι soneros τη χαμένη τους φήμη κι όλα αυτά εξαιτίας των εντυπωσιακών επιδόσεων του «Buena Vista Social Club».Το album της ηχογράφησης, που ονομάστηκε Buena Vista Social Club, γνώρισε επιτυχία διεθνώς κερδίζοντας βραβείο Grammy.
  • Την άνοιξη του 1998, ο Ry Cooder επιστρέφει στην Κούβα για να ηχογραφήσει ένα δίσκο με τον Ibrahim Ferrer και όλους τους μουσικούς που συμμετείχαν στο πρώτο album. Αυτή τη φορά, ο Γερμανός σκηνοθέτης Wim Wenders, ένας παλιός φίλος του Ry Cooder, τον συνοδεύει με ένα μικρό πλήρωμα. Ενώ αρχικά τα σχέδια για την κινηματογράφηση του ήταν για δύο εβδομάδες, ο Wim Wenders παρέμεινε στην Κούβα για την ολοκλήρωση της ταινίας του έναν ολόκληρο χρόνο. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ιστορία βασισμένη σε συναυλίες, ηχογραφήσεις στα studios της εταιρείας EGREM και συνεντεύξεις των μουσικών, στα σπίτια τους ή σε εξωτερικούς χώρους. Δεν εμφανίζονται ως αστέρες, αλλά ως φυσιολογικοί άνθρωποι ή ακόμα κι ως τουρίστες, με τρόπο απόλυτα συγκινητικό. Η ταινία «Buena Vista Social Club» ενέπνευσε το 2000 το σκηνοθέτη Fernando Trueba, να δημιουργήσει τη δίκη του με τίτλο, «Calle 54».
  • Τον Απρίλιο του 1998 οι συντελεστές του έδωσαν δύο συναυλίες στο Άμστερνταμ. Ο Γερμανός σκηνοθέτης Wim Wenders. που βιντεοσκόπησε την συναυλία, μαζί με άλλο υλικό από συνεντεύξεις μουσικών και βίντεο από την Αβάνα, δημιούργησε ένα ντοκιμαντέρ που ονομάστηκε επίσης Buena Vista Social Club. Η ταινία του Wenders που κυκλοφόρησε στις 4 Ιουνίου 1999 έλαβε ευρεία αποδοχή από τους κριτικούς και ήταν υποψήφια για το Oscar του Καλύτερου Ντοκιμαντέρ, ενώ απέσπασε διάφορα άλλα βραβεία, όπως αυτό του Καλύτερου Ντοκιμαντέρ στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου.
  • Η επιτυχία τόσο του album όσο και της ταινίας αναβίωσε το διεθνές ενδιαφέρον για την παραδοσιακή μουσική της Κούβας και της Λατινικής Αμερικής γενικότερα. Σήμερα, επιζώντα μέλη της πρώτης λέσχης μαζί με μια νέα φουρνιά ταλαντούχων μουσικών, κάνουν διεθνείς περιοδείες με το όνομα Orquesta Buena Vista Social Club.
  • Μετά από ένα ακυκλοφόρητο δίσκο που προέκυψε από χαμένα αρχεία και μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία, το ντοκιμαντέρ «Buena Vista Social Club: Adios, Hasta Sempre!», πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του την Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, ο σκηνοθέτης θέλησε να μας συστήσει τους ίδιους τους μουσικούς που είχαν συμμετάσχει στο πρώτο του εγχείρημα. Εν τω μεταξύ, ο Fidel Castro είναι πλέον νεκρός, όπως κι ο Máximo Francisco Repilado Muñoz Telles, γνωστός ως Compay Segundo και άλλοι Κουβανοί μουσικοί που συμμετείχαν στην ταινία του Wenders. Συνοδευόμενη από πέντε μουσικούς από την αρχική ομάδα, η σκηνοθέτρια Lucy Walker επαναφέρει αυτή την εκπληκτική ιστορία και τον αντίκτυπο που είχε στην Κούβα. Ταξιδεύει επίσης στο σημείο όπου βρισκόταν το περίφημο club όπου έπαιζαν αυτοί οι εκπληκτικοί μουσικοί και προσπαθεί να αναλύσει την ανάπτυξη της χώρας κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων.

    πηγή: el.wikipedia.org